Είδε την «Πανάθα» κι έχασε το φως του...

Miltos+
Είδε την «Πανάθα» κι έχασε το φως του...

bet365

Την αφορμή για το ρετρό θέμα αυτής της Τρίτης μου την έδωσε ένα τηλεφώνημα από τον περίφημο φίλο μου τον Φώτη, ο οποίος στο παρελθόν είχε αποπειραθεί να αποκτήσει τις μετοχές του ΠΑΟΚ (χωρίς επιτυχία, ευτυχώς για την ομάδα) και εν συνεχεία ήθελε να γίνει ...Μπέος, πρώτα αγοράζοντας -χωρίς λεφτά- μια Παέ Άλφα Εθνικής και μετά επαναλειτουργώντας ένα μπουζουξίδικο που είχε κλείσει μετά από φονικό.

Ο Φώτης με πήρε τηλέφωνο για να πανηγυρίσει για την κατάκτηση της Ευρωλίγκας από τον Παναθηναϊκό. Λεπτομέρεια: ο Φώτης δεν είναι Παναθηναϊκός! Αυτή ήταν η αφορμή του τηλεφωνήματος. Τα αίτια ήταν άλλα, αλλά θα τα μάθετε μετά το τέλος της ρετρό ιστορίας που ακολουθεί...

Κοιμόμουν. Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα ή λίγο πριν το Πάσχα. Μικρή σημασία είχε. Η Μουργκάνα κατέβαζε ψοφόκρυο και στις δύο εποχές. Στραβοξύπνησα αξημέρωτα από ένα χτύπησα στο πατζούρι. Ήταν ο βοριάς; Όχι, ήταν χτύπημα συνθηματικό. Σηκώθηκα κι έσκασα λίγο το παράθυρο. Μπήκαν παγωμένος αέρας και η φωνή του Φώτη. Κόντεψαν να μου πέσουν η μύτη (από το κρύο) και τα αυτιά (από τις προσταγές του Φώτη).

«Σήκω, πάμε».

Η πρώτη προσταγή ήταν περιττή. Ήμουν ήδη όρθιος. Πρόλαβα να ρίξω μια ματιά στο ρολόι. «Πού να πάμε, ρε, στις τέσσερις το πρωί με τέτοιο κρύο;». Αντί απάντησης, νέα προσταγή: «Ντύσου, πάμε».

 

«Να πάμε, αλλά πού;», επέμεινα. «Πάμε, ρε, σου λέω. Τελείωνε. Πάμε»!

Πήγαμε...

Πρώτα έξω από το σπίτι του Πέτρου της Κουφής. Δεν πήγαμε κατά την πόρτα, αλλά κατά το αγροτικό του. Ο Φώτης έβγαλε από την τσέπη τα κλειδιά του Τουότα. «Οδήγα», είπε. Εκείνος δεν οδηγούσε. «Μη μου πεις ότι του έκλεψες τα κλειδιά».

«Το ξέρει. Αυτός μου τα έδωσε. Οδήγα...».

Οδήγησα...

«Κατά πού;», ρώτησα. «Γιάννενα». Στο δρόμο, είδα σε μια ερημιά το αμάξι του παπα-Νίκου, ένα ρημάδι Ντάτσουν Τσέρι. «Να σταματήσουμε μπας κι έπαθε τίποτα ο παπάς;», ρώτησα. «Δεν έπαθε. Κουνιέται ολόκληρο το αμάξι. Δεν βλέπεις; Στις Βουλγάρες θα ήταν...».

Θα ήταν, τέτοιος που ήταν...

Ο Φώτης ψαχούλεψε την τσέπη. Έβγαλε μια κασέτα, άνοιξε το ράδιο κι άρχισα να ακούω ένα τραγούδι των Κρίστιανς. «Ιφ άι κουντ φάιντ γουόρντς του τελ γιου α΄μ σόρι», έλεγε κι ο Φώτης με ρώτησε …τι έλεγε: «Αν μπορούσα να βρω λέξεις για να σου πω συγνώμη», μετέφρασα. «Α», έκανε, τάχα κατάλαβε. Άρχισε να μουρμουράει τους στίχους στα ελληνικά, το τραγούδι τέλειωσε, πάτησε ένα κουμπί, γύρισε την κασέτα πίσω, το ξανακούσαμε και το ματαξανακούσαμε και μέχρι να φτάσουμε, όλο αυτό ακούγαμε…

Όταν φτάσαμε, πήγαμε κατά τα Κτελ, μου είπε να παρκάρω, εξαφανίστηκε για πέντε λεπτά και επέστρεψε με δυο τυρόπιτες και δύο Μίλκο. Για να κερνάει ο Φώτης, τα πράγματα ήταν σοβαρά. «Έρχεται η Νίνα», μου είπε.

Τα πράγματα ήταν σοβαρά. Η Νίνα ήταν η μοναδική γυναίκα που ...δεν αρραβωνιάστηκε ο Φώτης στα χρόνια που τον γνωρίζω. Από πάντα δηλαδή. Δεν ήταν ωραία γκόμενα, του το είχαμε πει, αλλά εκείνου του άρεσε κι εμάς μας περίσσευε. Την πλεύρισε στην 3η Λυκείου και την έριξε ένα χρόνο μετά, όταν εκείνη διάβαζε για να δώσει δεύτερη φορά Πανελλήνιες. Δεν πέρασε, ούτε την πρώτη ούτε τη δεύτερη φορά στην ιατρική και ...μετανάστευσε στη Βουλγαρία για να γίνει γιατρέσσα. Όταν έφυγε, μετά από σχεδόν έξι μήνες σχέσης με τον Φώτη, ο φίλος μου έγινε κουρέλι. Και μετά από λίγο καιρό άρχισε πάλι να αρραβωνιάζεται για να πνίξει τον καημό του.

Στο μεταξύ, με έβαζε να γράφω γράμματα απόγνωσης στη Νίνα, η οποία του απάνταγε πάντα, χωρίς να ξέρω ποτέ τι του απάνταγε, γιατί παρότι της γράφαμε μαζί, προτιμούσε να διαβάζει τα δικά της γραμμένα μονάχος. Εκείνο το βράδυ που την περιμέναμε στο Κτελ (ερχόταν από Σόφια, μέσω Σαλονίκης), η Νίνα βρισκόταν στο 2ο έτος και ο Φώτης στον 4ο αρραβώνα από την αναχώρησή της (συνολικά μπορεί να ήταν ο 12ος ή ο 34ος, θα σας γελάσω). Την κασέτα που ακούγαμε πριν, του την είχε δώσει η ίδια, στην τελευταία συνάντησή τους…

«Μου έγραψε ότι τα έχει με άλλον, αλλά δεν την πιστεύω. Εμένα θέλει, το ξέρω», μου είπε ο Φώτης πριν μας στραβώσουν τα φώτα του λεωφορείου καθώς αντανακλούσαν στο καθρεφτάκι από το φορτηγάκι. «Ήρθε», έσκουξε, πετάχτηκε έξω κι έζησα σκηνικό απαγωγής. Για πότε την άρπαξε χωρίς πολλά λόγια, για πότε έριξε τη βαλίτσα της πίσω στο φορτηγάκι, για πότε βρεθήκαμε στριμωγμένοι στην καμπίνα, ούτε που κατάλαβα. «Οδήγα», είπε πριν καν προλάβω να της σφίξω το χέρι και να την καλωσορίσω.

Οδήγησα και μόλις πάρκαρα, όπως ζήτησε, κάτω από μια πινακίδα «απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση», την πήρε από το χέρι και βγήκαν έξω, στο κρύο και την ομίχλη. Άρχιζε να χαράζει. «Το νου σου μη μας γράψουν», είπε κι εξαφανίστηκαν.

Μας έγραψαν...

Εμένα, που με πήρε ο ύπνος, με έγραψε η τροχαία, πριν καταλάβω ποιος άφησε το μπιλιετάκι. Τον Φώτη, που έκανε τον ξύπνιο, τον έγραψε η Νίνα, πριν καταλάβει με ποιον τον κεράτωσε.

Μετά τρεις ώρες, εμφανίστηκαν κι οι δυο μετά με κατεβασμένα μούτρα. Κι ένας εγώ, με την κλήση στο χέρι, τρεις με κατεβασμένα μούτρα. «Η Νίνα θα μείνει εδώ», είπε ο Φώτης. «Να μη σε πάμε κάπου;», τη ρώτησα. Δεν απάντησε, μόνο άγγιξε τη βαλίτσα που κατέβασε ο Φώτης από το φορτηγάκι στα πόδια της.

«Οδήγα...»

Οδήγησα...

Με έστειλε μονάχο να πάω το φορτηγάκι πίσω στον Πέτρο της Κουφής και να του εξηγήσω για την κλήση. Ποιος τον άκουγε!

Κανείς...

Με είδε με την κλήση στα χέρια, απογοητευμένο. Την πήρε, είπε «θα τη σβήσω» και με ρώτησε τι έγινε. Με είδε χωρίς την κλήση στα χέρια, απογοητευμένο. «Έφαγε χυλόπιτα ο τριμάλακας, ε;».

Έφαγε...

Αξέχαστη μέρα. Ο Φώτης κέρναγε για πρώτη φορά στη ζωή του κι ο Πέτρος της Κουφής δεν με ξεκούφαινε με τα μπινελίκια του. Τι άλλο με περίμενε;

«Πού είναι τώρα;», ρώτησε ο Πέτρος. «Κατέβηκε στου Μπάφα», απάντησα. «Πήγε στον καφενέ να τα πιει, ε; Πες του Μπάφα, ό,τι πιείτε, δικά μου. Τράβα κι εσύ. Μην τον αφήσεις μόνο του. Αγαπάει. Τράβα...».

Τράβηξα...

Ο Πέτρος δεν ξέρω αν πήγε να πληρώσει, αλλά εμείς ήπιαμε. Στην υγειά του Πέτρου, στην υγειά της Νίνας, στην υγειά του Φώτη και τη δικιά μου, στην υγειά όλων των απατημένων σαν τον Φώτη κι όλων των ξενυχτισμένων με κρυοπαγήματα, σαν και μένα...

Στο χθεσινό τηλεφώνημά του, αφού ο Φώτης ...πανηγύρισε για μια ομάδα που δεν υποστήριζε, άρχισε τα παράπονα. «Έκανα οκτώ ράμματα και δεν ήρθες να με δεις». Πώς να πάω αφού δεν ήξερα; Είχε στραφιαστεί κι είχε σκίσει τη μόστρα, πάνω από το φρύδι. «Καλά, πού έπεσες; Δεν έβλεπες;».

Δεν έβλεπε...

«Μου έκαναν εξετάσεις για τα μάτια. Καταρράκτη είχα. Εγώ νόμιζα πως είχαν μόνο οι γέροι. Την Πέμπτη έκανα εγχείρηση. Ξέρεις ποια μου τον έφτιαξε, ρε, τον καταρράκτη;».

Δεν ήξερα...

Και δεν φανταζόμουν...

«Η Νίνα, ρε. Τη θυμάσαι τη Νίνα;».

Τη θυμόμουν...

Η Νίνα ξεχνιόταν, δηλαδή, αλλά τέτοιο ξενύχτι για τη Νίνα δεν ξεχνιόταν. «Οφθαλμίατρος, λοιπόν. Καλά είναι;», ρώτησα. «Έχει δυο παιδιά», μου απάντησε με φωνή που τρεμόσβηνε σαν το φως του, μέχρι την -κυριολεκτική- επέμβαση της Νίνας. «Δυο παιδιά», ξανάπε, λες κι αυτά ήταν τα παιδιά που περίμεναν αυτόννα τα γονιμοποιήσει, ενώ εκείνος αρραβωνιαζόταν με άλλες και η μάνα τους έβρισκε τον πατέρα τους στα καλαμπαλίκια ενός άλλου φοιτητή ιατρικής, σε ένα πανεπιστήμιο της Βουλγαρίας...

«Τώρα βλέπεις καλά;», τον ρώτησα για να αλλάξω κουβέντα. «Αφού σου είπα, ρε. Είδα την Πανάθα που το σήκωσε», απάντησε με την ίδια, τρεμουλιαστή φωνή, σαν να έλεγε «αφού σου είπα, ρε, έχει δυο παιδιά...».

Μέχρι να ξαναβρεί ο Φώτης το άλλο φως που έχασε συναντώντας μετά τόσα χρόνια τη Νίνα που του ξανάδωσε το δικό του, εγώ, ο Μίλτος, νά ΄μαι καλά...

 

Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.

 

Τελευταία Νέα