Έμεινα με τη ...Χαρά!

Miltos+
Έμεινα με τη ...Χαρά!

bet365

Η ρετρό ιστορία αυτής της Τρίτης, έρχεται πάλι πρόωρα, Δευτέρα, λόγω απεργίας. Δεν θα έχει ούτε πολλή μπάλα ούτε καυγάδες, αλλά ούτε και μεγάλα μεθύσια. Θα είναι μια ...ρομαντική ιστορία. Όσο ρομαντική μπορεί να είναι μια ιστορία στην οποία παίρνουν μέρος, ως δεύτεροι ρόλοι, ο Φώτης και ο Δεμπασκαλάς της γνωστής παλιοπαρέας των έιτις...

Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι «η ιστορία της Χαράς». Της Χαράς, που οι συμμαθητές της τη φωνάζαμε Χαρά, οι καθηγητές Χαρίκλεια και στο σπίτι της τη φωνάζανε ...Λίκα (άλλο πάλι και τούτο). Τρία ονόματα για ένα κορίτσι, που είχε δύο χέρια, δύο πόδια, δύο (καστανά) ματάκια και -κυρίως- δύο βυζιά. Ήταν σχηματισμένη από την Πρώτη Γυμνασίου η Χαρά. Μπαμπάτσικη...

Τότε, στην Πρώτη Γυμνασίου, μου έριξε την πρώτη χυλόπιτα. Στη Δευτέρα τη δεύτερη. Κι επειδή το πήγαινα χρόνο και χυλόπιτα, αποφάσισα να τηρήσω την παράδοση και στην Τρίτη. Το σκεφτόμουν όλο το Σαββατοκύριακο και το κουβέντιασα με τον Δεμπασκαλά και τον Φώτη. «Δεν πας καλά», με απέρριψε ο Δεμπασκαλάς όταν ξεφούρνισα τη σκέψη μου, βέβαιος πως η Χαρά θα ξεφούρνιζε με τη σειρά της μια νέα χυλόπιτα. «Ρε χαϊβάνι, πάλι όχι θα σου πει», πρόσθεσε ο Φώτης. Ο οποίος, όμως, ίσως επειδή του άρεσε η ιδέα πως μετά θα πίναμε όλοι μαζί στη ζούλα κανένα κονιακάκι στον καφενέ του Μπάφα (όπου δούλευε τα Σαββατοκύριακα και τα καλοκαίρια ο Δεμπασκαλάς) «για να ξεχάσεις, κολλητέ», αποφάσισε να βάλει μέσον για να μη μείνω ...νηστικός.

Έπιασε την ξαδέρφη του τη Νίτσα, το γραφείο συνοικεσίων του Γυμνασίου, να πιάσει με τη σειρά της τη Χαρά, να της μεταφέρει την πρότασή μου και να μου μεταφέρει με τη σειρά της το καυτό πιάτο. Προξενήτρα και γκαρσόνι, δύο σε ένα η Νίτσα. Όλα έγιναν Δευτέρα πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι. Περιέργως είχε λιακάδα (ακόμα). Πριν ακόμα αρχίσει το μάθημα, περίμενα με αγωνία στο θρανίο μου τα μαντάτα. Ο Φώτης περίμενε με αγωνία το απόγευμα, να πιούμε κονιάκ. Ο Δεμπασκαλάς έτρωγε τα νύχια του, όχι από αγωνία και για συμπαράσταση επειδή δεν τα έτρωγα εγώ, αλλά επειδή ήταν αθεράπευτος ονυχοφάγος. Η Νίτσα εμφανίστηκε χαμογελαστή. Βέβαιος ότι θα ακούσω το τρίτο «όχι», κατέβασα το κεφάλι, μαζί και τ΄ αυτιά μου. «Ναι, αλλά με έναν όρο», είπε η Νίτσα. «Δεν πας καλά», είπε ο Δεμπασκαλάς. Ο Φώτης ρώτησε «τι όρο;». Εγώ ούτε είπα ούτε ρώτησα. Έχασα τη μιλιά μου. «Να πάμε εκδρομή για να μείνουν λίγο μόνοι», ήταν ο όρος που έβαζε η Χαρά στο «συμβόλαιο» που της πρότεινα μέσω της Νίτσας.

Ήμουν πρόεδρος του δεκαπενταμελούς. Σκέφτηκα πως, για να κερδίσω τη Χαρά, έπρεπε να δείξω πυγμή. Να πείσω Δευτεριάτικα τους καθηγητές να πάμε σχολικό περίπατο. Έπρεπε όλα να γίνουν γρήγορα. Ο Φώτης, που δεν ήταν μέλος του δεκαπενταμελούς, συγκάλεσε έκτακτο συμβούλιο. Ως ...μη μέλος που ήταν, πήρε το λόγο σαν πρόεδρος, είπε στα άλλα μέλη τα καθέκαστα, απείλησε πως «όποιον διαφωνήσει, θα τον βρούνε νύχτα» και δεν διαφώνησε κανείς, όχι για να μην τον βρούνε νύχτα, αλλά γιατί όλοι οσμίζονταν διαγώνισμα ιστορίας επειδή είδαν τη φιλόλογο να βγάζει κάτι κόλλες από την τσάντα της μπαίνοντας στο γραφείο των καθηγητών. Εκεί όπου μπήκα κι εγώ λίγα λεπτά αργότερα, ως πρόεδρος του δεκαπενταμελούς. «Δεν θα είστε με τα καλά σας, Δευτεριάτικα», μου είπε η διευθύντρια μόλις άκουσε την πρότασή μας (μου).

 

Δεν ήμασταν...

Αλλά ούτε κι αυτή ήταν...

Συμφώνησε. Βγαίνοντας από το γραφείο πανηγύρισα σαν να είχα πετύχει το καθοριστικό γκολ στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Εγώ κι ο Μπουρουτσάγα. Ο Μπουρουτσάγα κι εγώ. Καλύτερα, εγώ κι η Χαρά. Η Χαρά κι εγώ. Οι ...τέσσερις μας. Εγώ, η Χαρά και τα βυζιά της Χαράς, που μου τα θύμιζε ο Φώτης καθ΄ όλη τη διάρκεια του περιπάτου μέχρι το δασάκι. «Κολλητέ, άμα τα ζουπήξεις αυτά, θα ακούσεις να τραγουδάνε τη "Χαλασιά" στέρεο». Η «Χαλασιά» ήταν το αγαπημένο μου ηπειρώτικο, αλλά μέχρι τότε την άκουγα πατώντας το κουμπί του κασετοφώνου και δεν μπορούσα να τη φανταστώ παιγμένη πατώντας άλλα «κουμπιά».

Όταν φτάσαμε στο δασάκι, οι μυημένοι συμμαθητές μας βοήθησαν να ξεμοναχιαστούμε, στην άλλη άκρη του δάσους από αυτή που ήταν οι καθηγητές. Ο Φώτης μου ΄ριξε μια στην πλάτη, σαν τον προπονητή που ρίχνει τον παίκτη στο γήπεδο και μου έδωσε τις τελευταίες οδηγίες: «Να τα ζουπήξεις για να τραγουδήσουν».

Δεν τραγούδησαν...

Δεν τα ζούπηξα...

Όχι τότε. Τα ζούπηξα σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά. Ούτε τότε τραγούδησαν, αλλά εγώ ...την άκουσα!

Τότε, στο δασάκι, κάτσαμε κάτω από έναν πεύκο και κοιτάγαμε το ξέφωτο. Έβαλα το χέρι γύρω από τους ώμους της και άρχισα να μιλάω και να περιγράφω όσα έβλεπα κι όσα δεν έβλεπα. Για τα δέντρα, τον ήλιο, στα σύννεφα που άρχισαν να κρύβουν τον ήλιο, τη βροχή που δεν είχε αρχίσει, τα αστέρια, το φεγγάρι, τη θάλασσα, τα βουνά και τα λαγκάδια, τα βάτα και τα βούρλα. Τέτοιο βούρλο ήμουν κι εγώ, που δεν καταλάβαινα πως η Χαρά δεν απολάμβανε, παρά μόνο καθόταν μαζεμένη με τους ώμους κάτω από τη χερούκλα μου. Όταν έσκυψα να τη φιλήσω, τραβήχτηκε, σηκώθηκε, είπε «δεν είμαι έτοιμη» κι έγινε καπνός. Μέχρι να σηκωθώ και να φτάσω στην υπόλοιπη παρέα, είχε αρχίσει να βρέχει. (Με) έκλασε η νύφη, σκόλασε ο γάμος. Στο δρόμο της επιστροφής κάναμε τα μπουφάν ομπρέλα, για να μη βραχούμε. Ξαφνικά, κάτω από το μπουφάν μου εμφανίστηκε η Νίτσα. «Θέλει να τα χαλάσετε», μου είπε. Ήταν η πιο σύντομη σχέση της ζωής μου. Και ίσως η πρώτη φορά που κατάλαβα πόσο πονηρές είναι οι γυναίκες και πόσο εύκολα, χωρίς ενδοιασμούς και τύψεις, μας εκμεταλλεύονται.

Απλώς, η Χαρά δεν είχε διαβάσει ιστορία...

Ο Μπουρουτσάγα μου πήρε το Κύπελλο από τα χέρια...

Τέσσερα χρόνια μετά, του το πήρα πίσω. Σε μια σύντομη επαγγελματική συνεργασία που είχα με τη Χαρά, στο πλαίσιο ενός προγράμματος του Δήμου, συνεχίσαμε από εκεί που είχαμε μείνει στο ξέφωτο. Εγώ δεν ήμουν πια βούρλο, ούτε κι εκείνη αδιάβαστη. Ωστόσο, μόλις τέλειωσε το σύντομο πρόγραμμα, τέλειωσε και η δεύτερη σύντομη σχέση μου με τη Χαρά.

Την ξαναείδα τυχαία πριν μερικά χρόνια, όταν είχα βρεθεί στη γενέτειρά μου για να ασκήσω το εκλογικό μου δικαίωμα. «Πώς από τα μέρη μας, Μίλτο;», με ρώτησε όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά μας κι αν δεν ήταν εκείνα τα βυζιά και η χαρακτηριστική, τιτιβιστή φωνή της, δεν θα τη γνώριζα. «Γεια», είπα, χωρίς να προσθέσω όνομα, μέχρι να βεβαιωθώ πως ήταν αυτή που ήταν, έστω κι αν πλέον ήταν ...τριπλάσια από ό,τι τη θυμόμουν. Μου έδειξε δυο κοριτσάκια που έμοιαζαν μεταξύ τους, να συζητάνε στην πλατεία. «Οι δίδυμές μου», είπε κι έδειξε πιο πέρα, στην πόρτα του σχολείου, όπου καθόταν ένα άλλο κορίτσι, μεγαλύτερο, κοντά στα 16-17, που μοίραζε φυλλάδια. «Κι αυτή είναι η μεγάλη μου. Βάζει ο άντρας μου για σύμβουλος και βοηθάει».

Κατάλαβα. Ο υποψήφιος σύμβουλος έκανε μια κόρη, μετά ...βάρεσε για τον γιο και βρέθηκε με τρεις κόρες, γιατί οι άλλες δύο ήρθαν ντούμπλεξ, μ΄ ένα σμπάρο δυο τρυγόνες.

Η Χαρά-Χαρίκλεια-Λίκα, με τρία παιδιά, ένα για κάθε όνομα. Και τριπλή σε βάρος, μια Χαρά για κάθε παιδί από αυτά που έκανε ...ένα για κάθε όνομα.

Τρία παιδιά που θα μπορούσαν να είναι και δικά μου, αν εκείνη διάβαζε τα μαθήματά της και πηγαίναμε εκδρομή επειδή ήταν ερωτευμένη μαζί μου. Αυτά και άλλα πολλά σκεφτόμουν μπαίνοντας στον πρώην καφενέ του Μπάφα, που πλέον είναι η καφετέρια του Δεμπασκαλά. Προς τιμήν στον προηγούμενο ιδιοκτήτη και ...ευεργέτη του, πάντως, διατήρησε τον ίδιο τίτλο («Ανεμόμυλος»), ενώ στη θέση του έμεινε και το τζάκι, εκεί που κάτσαμε με τον Φώτη, στο αγαπημένο μας τραπέζι, για να πιούμε κανένα τσίπουρο να θυμηθούμε τα παλιά, μιας και μαζευτήκαμε έτσι μετά από καιρό. Κάθισε κι ο Δεμπασκαλάς κι άρχισε να μας φέρνει τσίπουρα ο δεκάχρονος -τότε- γιος του, ίδιος με τον πατέρα του, όχι στα λόγια, αλλά στα φαγωμένα νύχια.

Τους είπα για τη συνάντησή μου με τη Χαρά. «Σκέψου, κολλητέ, να την είχες παντρευτεί. Θα είχες τώρα τρεις κόρες και θα έτρωγες όλα τα λεφτά σε σερβιέτες», είπε ο Φώτης. «Δεν πας καλά», του είπε ο Δεμπασκαλάς κι όντως δεν πήγαινε, γιατί είχε αρχίσει να ρετάρει από τα τσίπουρα. «Βάλε ρε εκείνη την κασέτα που είχε πρώτο εκείνο το τραγούδι που μου άρεσε. Εκείνο του Μυτιληναίου», πρόσταξε τον Δεμπασκαλά και πήρε την αναμενόμενη απάντηση: «Δεν πας καλά».

Δεν πήγαινε...

Το τραγούδι δεν ήταν του Λευτέρη Μυτιληναίου, αλλά του Ηλία Κλωναρίδη. Και ο Δεμπασκαλάς δεν είχε πια κασέτες και κασετόφωνα στο μαγαζί. Τις «Θάλασσες», όμως, το αγαπημένο τραγούδι του Φώτη, τις είχε σε σιντί. Κι όλη εκείνη την αγαπημένη κασέτα της παρέας της. Όλα τα τραγούδια της, είχε καθίσει και τα είχε φτιάξει σε ένα σιντί και μάλιστα με την ίδια σειρά, σε ανάμνηση εκείνων των χρόνων. Έβαλε τις «Θάλασσες» και ταξιδέψαμε...

Μ΄ αυτό το τραγούδι σφηνωμένο στο μυαλό σηκώθηκα σήμερα το πρωί. Μια ...Χαρά!

Μέχρι να ξεχάσω εκείνο το σχολικό περίπατο και τις «Θάλασσες» του Φώτη, εγώ, ο Μίλτος, νά ΄μαι καλά...

 

Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.

 

Τελευταία Νέα