Επεισόδια εσείς; Επεισόδια κι εμείς!

Miltos+
Επεισόδια εσείς; Επεισόδια κι εμείς!
Με αφορμή το ...εορταστικό κλίμα του τελικού του μπάσκετ, ο Μίλτος ο Νταλικέρης θυμάται κάποια άλλα, πιο διασκεδαστικά επεισόδια, στην καθιερωμένη ρετρό ιστορία της Τρίτης.

Μετά τα επεισόδια του ντέρμπι και μια επεισοδιακή γαστρεντερίτιδα που προκάλεσε ανάλογες καταστροφές (όχι, δεν χ@στηκα από τη χαρά μου που τέλειωσε ο τελικός), όπως κάθε Τρίτη θα γυρίσουμε πάλι πολλά χρόνια πίσω, στην αγαπημένη παλιοπαρέα των έιτις, για να θυμηθούμε μια ρετρό ιστορία με επεισόδια σε γήπεδα. Η ιστορία αναδημοσιεύεται, ωστόσο τη θυμάμαι κάθε φορά που γινόμαστε μάρτυρες τέτοιων γεγονότων. Γιατί άραγε;

Η τοπική ομάδα, ο Κεραυνός, έπαιζε στο τοπικό πρωτάθλημα με μια άλλη τοπική ομάδα ένα ντέρμπι. Τοπικό! Παίζαμε στην έδρα μας κι είχαμε μαζευτεί όλοι εκεί για να δούμε τα μεγάλα μας αστέρια: τον Μήτσο τον Μαμούα να τρώει ό,τι πάει μέσα και να βάζει μέσα όσα πάνε έξω, αλλά και τον Πέτρο της Κουφής να τσακώνεται -ως συνήθως- στα τελειώματα της... σπουδαίας καριέρας του (αυτός σε αποβολές πρέπει να είχε περάσει και τον Κλοτσίδα του Άρη, παρότι ο τελευταίος συνεχίζει να αποβάλλεται και τώρα, ως γενικός αρχηγός...). Ωστόσο, αυτούς είχαμε, αυτούς εμπιστευόμασταν και αυτό το ματς έπρεπε να το πάρουμε. Είπαμε, ήταν τοπικό ντέρμπι. Με τι μούτρα θα κυκλοφορούσαμε μετά τη Στελλίτσα και το Ολγάκι από τον αντίπαλο μαχαλά;

Το παιχνίδι ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Ο Πέτρος της Κουφής, αντί να κλοτσήσει αντίπαλο, κλότσησε σωστά την μπάλα σε ένα απευθείας φάουλ και το πλεκτό κουνήθηκε (1-0). Ο Βαγγέλης ο Πατούσας άρπαξε αγκαλιά τον Δεμπασκαλά, τον φίλησε (εννοείται πως αυτός του είπε «δεν πας καλά») και του φώναξε: «Αυτή είναι η καλύτερη μέρα της ζωής μου. Θα κερδίσουμε και μετά έχω ραντεβού με το Ολγάκι». Για το ραντεβού το ξέραμε. Μας είχε ζαλίσει από μέρες ότι «της τα ζήτησα και μου είπε "ναι". Ακούτε, ρε; Ναι μου είπε. Τα έχω με το Ολγάκι»!

«Δεν πας καλά...»!

 

Ο Πατούσας, λοιπόν, είχε το πρώτο του ραντεβού με το Ολγάκι, αυτό το ξέραμε, αλλά ότι θα κερδίσουμε δεν το ξέραμε. Γιατί είχαμε τερματοφύλακα τον Μαμούα. Ο οποίος στην πρώτη σέντρα του Αόκ (έτσι τους λέγανε τους άλλους), αντί να πιάσει την μπάλα, έπιασε την καράφλα του σέντερ φορ τους και... 1-1. Μετά έγινε μάχη. Ο Πέτρος της Κουφής -φυσικά- αποβλήθηκε, ο Μαστρομανέλος από την εξέδρα μία έβριζε τον Πέτρο και μία τον ρέφερη, ενώ ο Μαμούας δεν είχε ολοκληρώσει ακόμα τη συγκλονιστική του εμφάνιση, μία από τις πολλές που του είχαν χαρίσει τον τίτλο του «δεύτερου χειρότερου τερματοφύλακα στην ιστορία» (ο πρώτος χειρότερος ήταν ο αναπληρωματικός του, ο Αντωνάκης του Τζολιομή). Ήθελε 2-3 λεπτά ακόμα για να λήξει και να πάμε στα σπίτια μας με τη γλυκόπικρη (ξέρω, κλισέ) γεύση της ισοπαλίας, ήθελε 2-3 λεπτά για να πάει κι ο Πατούσας σπίτι του για να παρφουμαριστεί για το ραντεβού με το Ολγάκι και ο Μαμούας έφερε τα πάνω κάτω. Νέα σέντρα, νέα έξοδος, αυτή τη φορά πιάνει την μπάλα, αλλά υπό την πίεση του καράφλα αυτή του φεύγει και... 1-2.

«Μ' έζμπρωξε, μ' έζμπρωξε σου λέω», φώναξε ο Μαμούας στον ρέφερη κι αντιλάλησαν τα βουνά. Ο ρέφερης έδειξε σέντρα, η Μαμούας του έδειξε τα πέντε δάχτυλα ανοιχτά, ο ρέφερης του έδειξε κόκκινη κάρτα, ο Μαστρομανέλος, ως αρχηγός της εξέδρας, έδειξε το σήμα της επίθεσης κι όλοι αρχίσαμε να τρέχουμε για να του… δείξουμε εμείς! Ο Φώτης φώναξε «θα πάρω πέτρα, ρε, θα πάρω πέτρα» και γύρισε πίσω να πάρει πέτρα.

Αλλά δεν πήρε...

Όπως αποδείχθηκε, πήρε δρόμο κι έφυγε. Τέτοιος χέστης ήταν. Ο Δεμπασκαλάς, αφού ξεκαθάρισε «δεν πάτε καλά», πήρε το δρόμο του Φώτη. Εγώ κι ο Πατούσας μείναμε εκεί, μαζί τον μαντράχαλο τον Πέτρο τον Αρμένη, που είχε εκνευριστεί επειδή ο ρέφερης είχε αποβάλει τον νονό του, τον Πέτρο της Κουφής. Ο ρέφερης, μόλις είδε την αναστάτωση, σφύριξε λήξη πριν την ώρα της κι έφυγε τρεχάλα για τα αποδυτήρια που είχε χτίσει ο Πέτρος της Κουφής με τα χεράκια του και με κάτι τσιμεντόλιθα το ένα πάνω στ' άλλο. «Φου» να έκανες, θα έπεφταν. «Τον ξέρω τον ...παλιόφουστα (το φι με πι), έχει πάρει νύφη από τον πάνω μαχαλά. Στημένος είναι. Βαράτε τον», φώναξε ο Μαστρομανέλος. Αλλά δεν τον βάρησε κανείς...

Για την ώρα...

«Εγώ έχω ραντεβού με το Ολγάκι και λέω να φύγω», μου ψιθύρισε ο Πατούσας. «Μην τολμήσει κανείς και με αγγίξει», φώναξε για να μας φοβερίσει ο ρέφερης-γαμπρός του πάνω μαχαλά και τότε πετάχτηκε στη μέση ο μαντράχαλος φίλος μας, ο Πέτρος ο Αρμένης. «Άμα σου βάλω μια και σου μαυρίσω τα μάτια, μετά θα τα βλέπεις τα φάουλ», του φώναξε για να σκιαχτεί κι ο ρέφερης το έπαιξε άντρας βαρύς κι ασήκωτος: «Άμα σου βαστάει, βάλε μου...». Του βάσταγε...

Και του έβαλε...

Και πάρ' τον κάτω τον γαμπρό. Ανάσκελα έπεσε. Λιπόθυμος. Μέχρι που εμφανίστηκε ο ...πυροσβέστης Μαστρομανέλος μ' έναν μαστραπά και του 'ριξε νερό στην κεφάλα να ξυπνήσει, μονολογώντας «τι του κάνατε, ρε, του ανθρώπου. Τι άνθρωποι είστε εσείς...»! Μόλις ξύπνησε ο ρέφερης, εμφανίστηκε κι ο χωροφύλακας με το γνωστό ύφος «τι έγινε εδώ;» και «ήρθα να βάλω τάξη».

«Με βάρησαν», είπε ο ρέφερης με βουλωμένα τα μάτια. «Ποιος;» ρώτησε ο χωροφύλακας. Ο ρέφερης πήρε τον μαστραπά από το χέρι του Μαστρομανέλου κι έριξε λίγο νερό στα ...μάτια μπλε που του είχε φτιάξει ο Πάριος, σόρι ο Πέτρος. Μόλις κατάφερε να μισανοίξει το ένα, είπε μέσα στη ζάλη του: «Αυτός»!

Κι έδειξε τον... Πατούσα!

Ο οποίος Πατούσας, αντί για το ραντεβού με το Ολγάκι, πέρασε το απόγευμα στο κρατητήριο, μέχρι ο Μαστρομανέλος να πείσει τον χωροφύλακα (που ήταν από τον δικό μας μαχαλά) πως ο ρέφερης (που είχε πάρει νύφη από τον άλλο μαχαλά) ...έπεσε και χτύπησε μόνος του. Ο Πατούσας «αποφυλακίστηκε» αργά το βράδυ. Ο Φώτης, που είχε μάθει τα καθέκαστα, είχε τρέξει να ενημερώσει το Ολγάκι για τα γεγονότα. Εκείνη τον ενημέρωσε με τη σειρά της πως δεν ήταν ερωτευμένη με τον Πατούσα.

Αλλά μαζί του...

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ο Φώτης ήρθε στον καφενέ του Μπάφα και μας βρήκε παρέα με τον απογοητευμένο Πατούσα που έπινε τσίπουρα για να ξεχάσει το χαμένο ραντεβού. Τον κέρναγε αβέρτα κουβέρτα ο Δεμπασκαλάς, ο οποίος πρώτα τον πρόγκηξε «δεν πας καλά» και μετά τον πότισε για να μην πάει καθόλου καλά. Ο Φώτης, ως γνήσιος Φώτης, αντί να γλυκάνει τον πόνο του Πατούσα με κανέναν παρηγορητικό λόγο, τον ρώτησε ευθέως: «Κολλητέ, το Ολγάκι μού είπε το και το. Σε πειράζει να προχωρήσω;»

Δεν τον πείραζε...

Ο μακαρίτης μέσα του ήξερε πως ο Φώτης είχε ήδη προχωρήσει...

Μέχρι τα επεισόδια να σταματήσουν να χαλάνε τα βράδια μας και να φτιάχνουν τους... Φώτηδες, εγώ ο Μίλτος να 'μαι καλά...

Υ.Γ.: Τους ίδιους πρωταγωνιστές της παλιοπαρέας των έιτις, μπορείτε να τους γνωρίσετε καλύτερα στο μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμβιπή Παμπλικέισονς (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου. Για περισσότερες πληροφορίες, τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.