Το γαλάζιο χειρόφρενο
Θα είδατε, υποθέτω, το αφιέρωμα που ετοίμασε η ισπανική ACB στον Νίκο Ζήση και τον Κωστή Βασιλειάδη μετά το κυριακάτικο ματς της Μπιλμπάο με τη Λαγκούν Αρο (91-72): "Δύο Ελληνες θεοί φρουρούν την κόλαση του Μιριμπίγια", ήταν ο τίτλος. Ο Ζήσης τελείωσε τον αγώνα με 21 πόντους, 5 ασίστ και 0 λάθη. Ο Βασιλειάδης, που παίζει το καλύτερο μπάσκετ της καριέρας του, με 19 πόντους, 3 τρίποντα και 7 ριμπάουντ.
'Μιριμπίγια' λέγεται το όμορφο Παλέ όπου βγάζουν το ψωμί τους τα δύο Ελληνόπουλα. Δεν είναι βέβαια κόλαση. Κόλαση θυμίζουν μόνο τα ελληνικά γήπεδα όταν παίζουν μεταξύ τους Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός ή και ΠΑΟΚ-Αρης. Ο Ζήσης έφυγε από την Ελλάδα και ησύχασε. Γιατί να επιστρέψει; Για να κινδυνεύει η ζωή του σε κάθε ντέρμπι; Για να έχει συνεχώς το νου της στην κερκίδα, μη τυχόν κινδυνεύσουν η Φανή και τα παιδιά;
Η φετινή σεζόν είναι η 8η συνεχόμενη της καριέρας του στο εξωτερικό: 2 στο Τρεβίζο, 3 στην ΤΣΣΚΑ, 3 στη Σιένα, 1 στην Μπιλμπάο. Οσο παίζει το μπάσκετ που παίζει (8,3 πόντοι, 3 προς 1 συντελεστής ασίστ/λαθών), θα βρίσκει πάντοτε γλυκό ψωμί μακριά από την πατρίδα του. Στην Ελλάδα του 2013, το ψωμί είναι πικρό.
Ο Βασιλειάδης έμεινε 15 μήνες στη Μάλαγα, έπαιξε με την Ουνικάχα στο φάιναλ-φορ της Αθήνας το 2007, ώσπου υπέπεσε σε μέγα σφάλμα. Επέστρεψε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2007, αρχικά για να γίνει παγκίτης στον Ολυμπιακό και στη συνέχεια για να παίξει τον ήρωα στην ομάδα της καρδιάς του, τον ΠΑΟΚ.
Απογοητεύτηκε από όσα έζησε εδώ και ξανάφυγε για το εξωτερικό, με τα φτερά κομμένα. Ο Ιανουάριος του 2009 τον βρήκε στην Ιταλία και το καλοκαίρι που ακολούθησε στη γνώριμη Ισπανία. Ο Φώτης Κατσικάρης τον έντυσε στα μαύρα της Μπιλμπάο ένα χρόνο αργότερα και δικαιώθηκε αμέσως, αφού ο Βασιλειάδης ξαναβρήκε τη χαμένη του αυτοπεποίθηση και έγινε παίκτης-κλειδί σε μία πορεία προς τ'αστέρια: 2η θέση στο πρωτάθλημα, πρόκριση στην Ευρωλίγκα, συμμετοχή στα πλέι-οφ της κορυφαίας διοργάνωσης.
Φέτος, ο 29χρόνος Κωστής έχει μέσο όρο 14,3 πόντους σε 29 λεπτά. Η θέση του στην Εθνική ομάδα θα πρέπει πλέον να θεωρείται αδιαπραγμάτευτη, αφού είναι ο καλύτερος Ελληνας σουτέρ.
Στον αγώνα της Κυριακής, ο Ζήσης και ο Βασιλειάδης συνάντησαν τον Μανώλη Παπαμακάριο, ο οποίος έπαιξε 26 λεπτά και πέτυχε 11 πόντους. Ο άλλοτε αρχηγός του Περιστερίου ξενιτεύτηκε απρόθυμα το 2011, οικογενειάρχης με παιδιά, στα 31 του χρόνια. Σκόπευε να επιστρέψει γρήγορα, αλλά φαίνεται ότι θα ριζώσει και αυτός στη Χώρα των Βάσκων.
Και γιατί όχι; Εάν γυρίσει στην Ελλάδα, θα βρεθεί να βολοδέρνει σε μικρομεσαίες ομάδες όπως η προηγούμενή του (Πανελλήνιος) και να ζητιανεύει τα δεδουλευμένα του από κάποιο άδειο ταμείο. Στην Λαγκούν Άρο έχει το κεφάλι του ήρεμο, κάνει απερίσπαστος τη δουλίτσα του, πληρώνεται στην ώρα του, αγωνίζεται σε γεμάτα γήπεδα και δεν έχει κανέναν να του βρίζει τη μανούλα.
Η ομάδα του έμεινε ικανοποιημένη από την περυσινή του παρουσία στο παρκέ και στα αποδυτήρια, οπότε ανανέωσε την συνεργασία με τον άλλοτε απρόθυμο Ελληνα. Φέτος, ο Παπαμακάριος έχει μέση συμμετοχή 23 λεπτών. Μαζί με τον Ζήση, τον Βασιλειάδη και τον Κατσικάρη, τέσσερις σωματοφύλακες με μόρφωση και αδαμάντινο χαρακτήρα, διαφημίζουν το μπάσκετ μας και την πατρίδα τους σε μία σκληροτράχηλη γωνιά της Ισπανίας.
Πιστεύετε ότι τους λείπει η Ελλάδα; Μπορείτε να τους ρωτήσετε απ'ευθείας, με ένα απλό τιτίβισμα. Στην ιστοσελίδα της ACB δημοσιεύεται στο βιογραφικό των αθλητών ο λογαριασμός τους στο Twitter...
Ο Μιχάλης Κακιούζης είναι Ελληνάρας με την καλή έννοια, όσο λίγοι. Ταυτόχρονα, όμως, έχει τετράγωνο μυαλό και εμπειρίες που τον βοήθησαν να στρογγυλέψει τις γωνίες. Εφυγε για πρώτη φορά στο εξωτερικό το 2002 και συμπληρώνει φέτος 11 χρόνια ξενιτεμού, με διάλειμμα μίας χρονιάς, το 2009-2010, όταν αγωνίστηκε στον Άρη.
Η χρονιά της επιστροφής του στην πατρίδα θα του μείνει αλησμόνητη, όχι απαραίτητα για καλό. Ο τέως αρχηγός της Εθνικής ομάδας έγινε στόχος δοκησίσοφων και αμφισβητιών, μολονότι έδωσε την ψυχή του για την ομάδα. Εκτοτε, ξανάριξε μαύρη πέτρα πίσω του.
Τυχερός όσο ελάχιστοι "γκασταρμπάιτερ", έβγαλε το παντεσπάνι του σε ορισμένες από τις ομορφότερες πόλης της Ευρώπης: Σιένα, Σεβίλλη, Βαρκελώνη, Κωνσταντινούπολη, Λυών, Ρώμη. Φέτος ξεκίνησε τη σεζόν στην Ελβετία και πρόσφατα μετακόμισε στην Κύπρο για να παίξει σε μία ΑΕΚ, όπως παλιά. Την ΑΕΚ της Λάρνακας. Η ΑΕΚ της καρδιάς του αγκομαχάει στη Β' Εθνική και ξορκίζει τα χειρότερα. Οι οικογενειακές υποχρεώσεις θα μπορούσαν να κρατήσουν τον Κακιούζη στην Ελλάδα, έστω με τον πήχυ χαμηλά.
Αλλά ο Μιχάλης δεν είναι από εκείνους που θα βουτήξουν εθελοντικά στον βούρκο. Υπενθυμίζω: Σιένα, Κωνσταντινούπολη, Σεβίλλη, Ρώμη, Λυών, Ελβετία. Κάποτε πήγα στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και έσκασα από τη ζήλεια. Δεν επιστρέφει εύκολα στην Ελλάδα της απόλυτης παρακμής ένας νέος με τέτοιο βιογραφικό.
Ο Ιαν Βουγιούκας, ο Νικ Καλάθης και ο Κώστας Καϊμακόγλου παίζουν καλό μπάσκετ στη Ρωσία όπου μετακόμισαν φέτος, απαλλαγμένοι όχι τόσο από τον δημιουργικό βραχνά του Ομπράντοβιτς, όσο από τα ανυπόφορα πρασινοκόκκινα "πρέπει". Το ίδιο ισχύει για τον Λουκά Μαυροκεφαλίδη, που έφυγε για τα χιόνια ένα χρόνο νωρίτερα.
Ο Ιωαννίδης έλεγε ότι "όποιος δεν αντέχει την πίεση καλύτερα να κάθεται στο σπίτι του". Σωστό. Εδώ όμως δεν μιλάμε για πίεση, αλλά για χτικιό. Οταν αυτή η αρρώστια βρήκε τρόπο να διεισδύσει στα αποδυτήρια της Εθνικής ομάδας, υπέσκαψε και τα δικά της θεμέλια. Ορισμένοι γαλουχήθηκαν με την κόντρα, την αντέχουν και τροφοδοτούν από αυτήν τα κύτταρά τους, με τρανό παράδειγμα τον Γιάννη Μπουρούση ή και τον Βασίλη Σπανούλη.
Οι πιο τυχεροί είναι εκείνοι που τινάζουν από πάνω τους ο,τιδήποτε τους ενοχλεί όπως η πάπια τινάζει το νερό χωρίς καλά καλά να βραχεί. Τέτοιοι είναι ο Αντώνης Φώτσης και ο Λάζαρος Παπαδόπουλος, δεμένοι με αδελφική φιλία, όμοιος ομοίω.
Ο Θοδωρής Παπαλουκάς είναι ένας τυπικός Ελληνας της γενιάς του. Δεν μοιάζει ο χαρακτήρας του με του Φώτση ούτε με του Ζήση. Αλλά η μεταμόρφωσή του μετά την πρώτη του μετακόμιση στη Μόσχα θύμισε τον πρίγκηπα του παραμυθιού. Μόλις ο Θοδωρής κατάλαβε ότι δεν είχε τίποτε να αποδείξει σε οποιονδήποτε, ξεφορτώθηκε το "οπωσδήποτε" και ξεδίπλωσε το ταλέντο που ούτε ο ίδιος γνώριζε ότι κατέχει. Μέσα σε μερικά χρόνια, έγινε τσάρος πασών των Ρωσιών και της Ευρώπης ολόκληρης.
Οι επιτυχίες του με την Εθνική ομάδα τον έκαναν να πιστέψει ότι η πατρίδα του τον θεωρούσε εθνικό ήρωα υπεράνω χρωμάτων. Οταν ο Παπαλουκάς επέστρεψε στον Πειραιά, νόμιζε ότι ήταν σε θέση να διορθώσει τα κακώς κείμενα και να φορέσει γαλάζιο μπλουζάκι πάνω από το κόκκινο. Η κερκίδα των φανατικών τον προσγείωσε απότομα και ανώμαλα και ξανάβγαλε στην επιφάνεια το ψυχοφθόρο άγχος της προ ΤΣΣΚΑ εποχής.
Στη δεύτερη θητεία του στον Ολυμπιακό, ο Παπαλουκάς έχασε πολύτιμα χρόνια από την καριέρα του. Ωστόσο, στρατολογήθηκε στα 35 του πρώτα από τη Μακάμπι και μετά από τους παλιούς του φίλους στη Μόσχα. Δεν θα εκπλαγώ αν ξαναγίνει παίκτης-κλειδί στα χέρια του Μεσίνα τους επόμενους μήνες. Η φανέλα της ΤΣΣΚΑ του θύμισε τις μέρες της τυφλής αυτοπεποίθησης.
Προσπαθώ να πω με όλα αυτά ότι η Ελλάδα έχει τρόπους να καταπίνει όσα από τα παιδιά της έχουν ευάλωτο χαρακτήρα ή επιτρέπουν στον εαυτό τους την υπερβολική έκθεση στα κουσούρια της φυλής και της σύγχρονης πραγματικότητας. Για πολλούς από τους κορυφαίους αθλητές μας, η μετανάστευση ισοδυναμεί με φιλί ζωής και ανάσα φρεσκάδας, μέσα αλλά και έξω από τα γήπεδα.
Οι εξ υμών ποδοσφαιρόφιλοι δείτε τον Γιώργο Καραγκούνη, τον Γιώργο Σαμαρά, τον Βασίλη Τοροσίδη, τον Φάνη Γκέκα, παλαιότερα τον Αγγελο Χαριστέα, τον Νίκο Νταμπίζα και άλλους. Τι ακριβώς κέρδισαν όσο έβραζαν στο ζουμί του ελληνικού πρωταθλήματος; Αναγνώριση; Πρόοδο; Ευεξία; Τίποτε. Μόνο φραπεδάκια στην πλατεία. Φτωχό αντάλλαγμα για το μεροκάματο του τρόμου.
Ο ένας μετά τον άλλον, έφυγαν για τα ξένα σχεδόν όλοι οι κορυφαίοι πρεσβευτές του ελληνικού αθλητισμού. Ακόμα και αθλητές ατομικών σπορ όπως ο στίβος, η κωπηλασία, η ξιφασκία και άλλα εγγράφονται σε επαγγελματικούς συλλόγους του εξωτερικού και φτιάχνουν βαλίτσες. Ακολουθούν στην πραγματικότητα την τάση της εποχής αυτοί που φεύγουν, την ομαδική φυγή των εξαγώγιμων της ελληνικής κοινωνίας.
Μένουν πίσω μόνο οι λίγοι που μπορούν ακόμη να εξαργυρώσουν το έργο τους με τιμές προηγούμενης δεκαετίας: μια χούφτα μπασκετμπολίστες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, ας πούμε. Σε αυτό το τοπίο, η περίπτωση του Δημήτρη Διαμαντίδη φαντάζει μοναδική, μία νησίδα αντίστασης ενάντια στο ρεύμα.
Η Ελλάδα τον ανέδειξε, αλλά τον φρέναρε κιόλας. Και εξακολουθεί να τον φρενάρει, σε όλα τα επίπεδα, τώρα που πλησιάζει τα 33. Αν είχα έστω το μισό από το ταλέντο του, θα είχα φύγει για την Αμερική από τα 18.
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.
