ΠAΣOΚ: Πολιτική αλητεία και ανοησία του ΣΥΡΙΖΑ

Gazzetta team
ΠAΣOΚ: Πολιτική αλητεία και ανοησία του ΣΥΡΙΖΑ

bet365

Eπίθεση σε όλα τα μέτωπα που έχουν ανοίξει μετά τις τελευταίες εξελίξεις στην υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ, επιχειρεί η Ιπποκράτους με ένα δεκάλογο επιχειρημάτων και θέσεων του κόμματος.

Το κείμενο αυτό των εννέα σελίδων απεστάλη αρχικά και περισσότερους από 30.000 αποδέκτες και ο στόχος είναι να φτάσει στα χέρια και του τελευταίου μέλους του κόμματος. Και αυτό διότι υπάρχει η εκτίμηση ότι η υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ έπληξε το ΠαΣοΚ εκεί που πονούσε περισσότερο, στην ηθική του υπόσταση.

Παράγραφο προς παράγραφο, αποτυπώνεται η ιστορία της λίστας από τη στιγμή που έφτασε στα χέρια του κ. Ευ. Βενιζέλου, εξαπολύεται σφοδρή επίθεση στο ΣΥΡΙΖΑ και διατυπώνονται σοβαρές αιχμές για τον ρόλο που έπαιξε ο κ. Ι. Διώτης.

«Πολιτική αλητεία και ανοησία» του ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει η Ιπποκράτους.

Με αφορμή τη λεγόμενη «λίστα Λαγκάρντ», αναφέρει το ενημερωτικό σημείωμα του ΠαΣοΚ, έχει οργανωθεί εδώ και τρεις μήνες ένα χυδαίο επικοινωνιακό και πολιτικό παιχνίδι, στο οποίο πρωτοστατεί η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ με προφανή στόχο το ΠΑΣΟΚ και προσωπικά τον Πρόεδρό του. Ο σκοπός ήταν να υποστηριχθεί πολιτικά η οργανωμένη, συκοφαντική μυθολογία ότι ο κ. Βενιζέλος είχε προσωπικούς, οικογενειακούς ή πολιτικούς λόγους να μείνει αναξιοποίητη και αδρανής η «λίστα». «Τόσο μεγάλο φαίνεται ότι είναι το πολιτικά τυφλό μίσος. Έπρεπε να φτάσει ξανά το υλικό αυτό από τη Γαλλία, για να αποδειχθεί η πολιτική αλητεία και ανοησία του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί πολιτική αλητεία είναι η διαστροφή των γεγονότων και η προσπάθεια ηθικής αμφισβήτησης του πολιτικού σου αντιπάλου. Και πολιτική ανοησία είναι να μη βλέπεις προφανή και αυταπόδεικτα γεγονότα», τονίζεται.

 

Ο απώτερος στόχος, κατά την Ιπποκράτους, είναι η ίδια η ύπαρξη της Κυβέρνησης και η συνοχή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας (…). Τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ με τερατολογίες, τραγικά ανεύθυνες κοινοβουλευτικές ερωτήσεις, συνεχείς απειλές και χυδαίους υπαινιγμούς, προσπάθησαν -αφελώς- να δημιουργήσουν την αίσθηση «συγκλονιστικών αποκαλύψεων» με στόχο πάντα το ΠΑΣΟΚ και τον Πρόεδρό του», επισημαίνεται.

Μάλιστα, τονίζεται και η συγκυρία κατά την οποία εκδηλώθηκε η επίθεση από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, «στις αρχές Οκτωβρίου, δηλαδή στην κορύφωση των διαπραγματεύσεων με την τρόικα και ενόψει της τελικής διαμόρφωσης, κατάθεσης και ψήφισης του πακέτου των δύσκολων, αλλά αναγκαίων, δημοσιονομικών μέτρων». «Οποιοι βεβαίως νόμισαν ότι μπορούν να θέσουν υπό πολιτική ομηρεία το ΠΑΣΟΚ διαψεύσθηκαν από τις εξελίξεις. Το ΠΑΣΟΚ έδειξε και πάλι ότι λειτουργεί ως εγγυητής της πολιτικής σταθερότητας », υπογραμμίζει η Ιπποκράτους.

Επιπλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορείται για σκόπιμη ισοπέδωση των διαφόρων περιόδων στην εξέλιξη της υπόθεσης αυτής και στη σκόπιμη σύγχυση γύρω από το ρόλο των διαφόρων πολιτικών και υπηρεσιακών προσώπων.

Οι περιπέτειες της λίστας

Η ακολουθία των γεγονότων, όπως περιγράφεται από την Ιπποκράτους, είναι η ακόλουθη. Τον Αύγουστο του 2011, δύο μήνες αφότου ανέλαβε ο κ. Βενιζέλος τη θέση του υπουργού Οικονομικών, και σχεδόν έναν χρόνο μετά την έλευσή του στην Ελλάδα ενημερώθηκε από τον κ. Διώτη για την ύπαρξη της λίστας. Δύο ήταν τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του τότε υπουργού από τον τότε επικεφαλής του ΣΔΟΕ: Πρώτον, ότι το υλικό αυτό περιήλθε στην Ελλάδα από τη Γαλλία ατύπως, ως προϊόν υποκλοπής από τράπεζα που λειτουργεί στη Ελβετία, με τη μεσολάβηση των υπηρεσιών πληροφοριών των δύο χωρών. Δεύτερον, ότι από την ανάγνωση του υλικού αυτού δεν προέκυψε κάτι πολιτικό σημαντικό ως πληροφορία, ιδίως κάτι σχετικό με πολιτικά πρόσωπα. Τα ίδια πράγματα κατέθεσε ο κ. Διώτης στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας τον Οκτώβριο του 2012.

Το μόνο ζήτημα, υπογραμμίζει η Ιπποκράτους, για το οποίο ζητήθηκε η γνώμη του κ. Βενιζέλου, ήταν αν το υλικό αυτό, με βάση την παραπάνω περιγραφή, ως προς την προέλευσή του, συνιστά νόμιμο αποδεικτικό μέσο ή όχι -όπως ήταν η εδραία πεποίθηση του επικεφαλής του ΣΔΟΕ- οπότε μπορούσε να λειτουργήσει ως πηγή άντλησης πληροφοριών προς διασταύρωση με νόμιμα αποδεικτικά μέσα.

Κανείς, επισημαίνεται στο σημείωμα, δεν ενημέρωσε τον τότε υπουργό Οικονομικών ότι το υλικό αυτό, όταν στάλθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση συνοδευόταν από έγγραφο ή ανεπίσημο σημείωμα του γαλλικού Υπουργείου Οικονομικών και ότι είχε περιέλθει στον προηγούμενο Υπουργό Οικονομικών πολλούς μήνες πριν την αποστολή του στο ΣΔΟΕ. Επίσης, δεν γνώριζε ότι μεταγράφτηκε, πριν αποσταλεί από τον προηγούμενο υπουργό στο ΣΔΟΕ, σε άλλο φορέα (USB) και ότι ο αρχικός υλικός φορέας (CD) δεν στάλθηκε στο ΣΔΟΕ, πολύ περισσότερο δε ότι «χάθηκε». Ούτε ότι το υλικό αυτό δεν εισήχθη στο πρωτόκολλο του ΣΔΟΕ, όταν εστάλη σε αυτό από τον κ. Παπακωνσταντίνου, όπως εισέρχονται τόσες και τόσες ανώνυμες καταγγελίες, ακόμη και κατά πολιτικών προσώπων ή προσώπων που κατέχουν θεσμικά αξιώματα για τις οποίες σχηματίζονται φάκελοι. «Είναι προφανές ότι αν το ΣΔΟΕ είχε ενεργήσει, όπως και για κάθε άλλο απόρρητο, ή άτυπο ή ανώνυμο στοιχείο που περιέρχεται σε αυτό, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα», σημειώνεται.

Μόλις τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου του 2012, συνεχίζει το σημείωμα, μετά την στο μεταξύ αποχώρηση του κ. Διώτη από επικεφαλής του ΣΔΟΕ, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι μετά την ολιγόλεπτη γενική ενημέρωση του τότε υπουργού τον Αύγουστο του 2011 από τον κ. Διώτη για την νομική/αποδεικτική φύση του υλικού, δεν διατηρήθηκε αντίγραφο του υλικού στο ΣΔΟΕ, αλλά το μόνο δήθεν αντίγραφο ήταν το άτυπο αντίγραφο που χωρίς διαβιβαστικό και χωρίς φυσικά έλεγχο και επιβεβαίωση του περιεχομένου του αφέθηκε στο γραφείο του υπουργού !

Το άτυπο αντίγραφο αφέθηκε στο γραφείο του Υπουργού για τις ανάγκες πολιτικής ενημέρωσής του και μόνο: προκειμένου να καθίσταται δυνατή η συμμετοχή σε τυχόν συζήτηση με ομολόγους του (π.χ. Γαλλίας ή Ελβετίας με την οποία διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη διακρατικής συμφωνίας) ή σε τυχόν κοινοβουλευτικές ή δημοσιογραφικές συζητήσεις. Τέτοια άτυπα αντίγραφα έστελναν, για τους ίδιους πολιτικούς λόγους, πολλές υπηρεσίες του υπουργείου. Κάθε όμως υπηρεσία τηρούσε στο αρχείο της επισήμως το υλικό αυτό.

«Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ίδιος ο κ. Διώτης είπε στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής ότι είναι λογικό ο κ. Βενιζέλος να είχε μείνει με την εντύπωση ότι το υλικό αυτό διατηρήθηκε στο ΣΔΟΕ ως πηγή πληροφοριών», υπογραμμίζεται.

Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό, τον οποίο προβάλλει ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου, ότι μετά την αποχώρηση του από το υπουργείο Οικονομικών δεν έγιναν ενέργειες αξιοποίησης των σχετικών πληροφοριών , η Ιπποκράτους απαντά ως εξής:

«Καταρχάς, ο ίδιος ο κ. Διώτης τόνισε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στον κ. Γ. Τράγκα (Crash) ότι αν είχε διεξαχθεί τέτοια έρευνα δεν θα το παραδεχόταν δημόσια λόγω του παράνομου χαρακτήρα της: επειδή η «λίστα» δεν συνιστά νόμιμο αποδεικτικό υλικό και αρχείο δεκτικό νόμιμης επεξεργασίας. Σε άλλη συνέντευξή του στον Στ. Θεοδωράκη (Τα Νέα) χαρακτηρίζει τη «λίστα» ως «ρουφιανολίστα». Στην δε Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας είπε ότι μπορεί ο κ. Βενιζέλος να είχε μείνει με την εντύπωση ότι το υλικό αξιοποιείται ως «πηγή πληροφοριών». Τόνισε, άλλωστε, στην ίδια Επιτροπή ότι η αποστολή του υλικού από τον κ. Παπακωνσταντίνου συνιστούσε εντολή ελέγχου. Αυτή η εντολή όμως ποτέ δεν μετεβλήθη, τονίζεται.

Πηγή: tovima.gr