Ο Γιάννης Ζαραδούκας άλλαξε 9 ομάδες σε 7 χρόνια. Και δεν το μετανιώνει.

Ο Γιάννης Ζαραδούκας άλλαξε 9 ομάδες σε 7 χρόνια. Και δεν το μετανιώνει.

Άκης Κατσούδας

Υπάρχουν κάποια ρεκόρ που είναι πασίγνωστα. Όλοι, για παράδειγμα, ξέρουν ότι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία του ελληνικού πρωταθλήματος είναι ο Θωμάς Μαύρος, με 260 τέρματα. Το ίδιο ισχύει και με την περίπτωση του Μίμη Δομάζου, που μέχρι σήμερα βρίσκεται στην κορυφή της λίστας με τους ποδοσφαιριστές που έχουν κάνει τις περισσότερες εμφανίσεις στα γήπεδα της χώρας.

Υπάρχουν, όμως, και μερικά αλλά τα οποία παραμένουν στην αφάνεια. Ένα από αυτά κατέχει εδώ και χρόνια ο Γιάννης Ζαραδούκας, ο παλαίμαχος, πια, ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, που πρόλαβε να αγωνιστεί σε όχι μία, ούτε δύο, ούτε τρεις αλλά εννιά ομάδες της Super League.

Η λίστα είναι μακρά: Ολυμπιακός Βόλου, Ολυμπιακός, ΠΑΣ Γιάννινα, Άρης, Αστέρας Τρίπολης, Πλατανιάς, Ξάνθη, Κέρκυρα, Λεβαδειακός. Η μοίρα, του ωστόσο, τον έφερε να ξεκινήσει την καριέρα του στον Παναθηναϊκό. Μπορεί να μην κατάφερε να αγωνιστεί ούτε σε ένα ματς με την πρώτη ομάδα, αλλά τα χρόνια που πέρασε κλεισμένος στις ακαδημίες του τριφυλλιού στην Παιανία θα του μείνουν αξέχαστα.

image

Ήμασταν πραγματικά στρατιώτες. Το πρόγραμμα είχε μπάλα, σχολείο και ύπνο. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο»

«Μεγάλωσα στη Νίκαια. Από 14 χρονών έπαιζα σε ομάδες της Α’ Πειραιά και στις μικτές. Οι γονείς μου έκαναν μεγάλες θυσίες για μένα. Σκέψου, υπήρχαν μέρες που έρχονταν να με πάρουν από τη μία προπόνηση και να με πάνε στην άλλη απευθείας» θυμάται ο ίδιος σήμερα.

Το ταξίδι του με τον Παναθηναϊκό ξεκίνησε όταν ένας ξάδερφός τον ενημέρωσε για τα δοκιμαστικά που έκανε η ομάδα προκειμένου να βρει νέα ταλέντα. Εκείνος, παρόλο που ήταν Ολυμπιακός από μικρός, δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή και δήλωσε συμμετοχή.

«Ο σύλλογος τότε ήθελε να δημιουργήσει αναπτυξιακά τμήματα κατά τα πρότυπα των μεγάλων ευρωπαϊκών κλαμπ. Να έχει δηλαδή παιδιά κλεισμένα μέσα στην ακαδημία στην Παιανία και να τα ετοιμάζει για την πρώτη ομάδα».

Όπως θυμάται ο ίδιος, η συμμετοχή ήταν τεράστια. Από τους περίπου 1.000 νεαρούς ποδοσφαιριστές που δοκιμάστηκαν, επιλέχθηκαν οι 50. Μεταξύ αυτών και ο Γιάννης Ζαραδούκας. Η μετάβαση από το σπίτι του με την οικογένειά του στη Νίκαια, στο κλειστό camp της Παιανίας ήταν αρχικά πολύ δύσκολη.

«Ήμασταν πραγματικά στρατιώτες. Το πρόγραμμα είχε μπάλα, σχολείο και ύπνο. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ξυπνούσαμε, παίρναμε πρωινό όλοι μαζί, πηγαίναμε στο σχολείο (άλλοι στο Κορωπί και άλλοι στο Λαύριο), γυρνούσαμε πίσω, ξεκουραζόμασταν, κάναμε προπόνηση, φροντιστήριο και ξανά το ίδιο την επόμενη ημέρα» εξηγεί.

Στα ρεπό του έφευγε από την Παιανία και πήγαινε στη Νίκαια για να δει τους δικούς τους. Καμιά φορά, μάλιστα, έπαιρνε μαζί του και μερικούς συμπαίκτες του που ήταν από την επαρχία και δεν είχαν πού να πάνε.

Όλοι τους, όπως παραδέχεται, ήταν φοβεροί ποδοσφαιριστές με υψηλές προοπτικές. Ανάμεσα σε αυτούς, ο Σωτήρης Λεοντίου, ο οποίος πρόλαβε να αγωνιστεί με την ομάδα, πριν τους σοβαρούς τραυματισμούς που τον έθεσαν εκτός, ο Αλέξανδρος Τσεμπερίδης που αγωνίστηκε σε αρκετές επαρχιακές ομάδες και πολλοί ακόμη που δεν έκαναν ποτέ την καριέρα που περίμεναν.

image

Μπορεί να μην αγωνίστηκε ποτέ με την πράσινη φανέλα, οι αναμνήσεις του από τις προπονήσεις και τα ευρωπαϊκά ματς στη Λεωφόρο, που συμμετείχε ως ball boy, είναι πολύ έντονα καρφωμένες στο μυαλό του. «Θυμάμαι πολύ έντονα το παιχνίδι με τη Μπαρτσελόνα και ιδιαίτερα τον Κλάιφερτ. Η ατμόσφαιρα και ο παλμός του κόσμου ήταν φοβερός. Μου άρεσε πολύ ακόμη κι αν μικρός ήμουν Ολυμπιακός» σημειώνει.

Αφότου πέρασε δύο χρόνια δανεικός στον Πανσερραϊκό και τον Εθνικό Πειραιώς, τελικά αποδεσμεύτηκε από την ομάδα, αφήνοντας οριστικά πίσω του το κεφάλαιο Παναθηναϊκός. Ήξερε, όμως, παρά την αναποδιά, θα έδινε τα πάντα για να παίξει επαγγελματικά ποδόσφαιρο.

Ο επόμενος σταθμός ήταν και το ριζικό του. Ο Ολυμπιακός Βόλου, που εκείνη την περίοδο είχε δημιουργήσει μία από τις καλύτερες ομάδες στη χώρα, τον υποδέχτηκε και του έδωσε φανέλα βασικού. Οι εμφανίσεις του βοήθησαν τα μέγιστα προκειμένου η ομάδα να εξασφαλίσει την πρώτη της (και μέχρι σήμερα μοναδική) έξοδο στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.

Ο Γιάννης Ζαραδούκας αγάπησε τον Βόλο. «Είχαμε φτιάξει ένα φοβερό σύνολο. Όπου κι αν πηγαίναμε μας αντιμετώπιζαν ως μια μεγάλη ομάδα. Το γήπεδο ήταν γεμάτος. Η πόλη, τρομερή. Συνδυάζει βουνό και θάλασσα. Μαζί με τα Γιάννενα είναι οι δύο πιο όμορφες πόλεις στις οποίες έχω ζήσει».

Η πορεία του, ωστόσο, στον σύλλογο κόπηκε απότομα, ύστερα από τον υποβιβασμό της ομάδας. Η απόδοσή του ήταν τέτοια, όμως, που είχε τραβήξει ήδη τα βλέμματα των μεγάλων ομάδων. Η μπίλια τελικά έκατσε στον Ολυμπιακό Πειραιώς. Είχε φτάσει η στιγμή να εκπληρωθεί το παιδικό του όνειρο: να παίξει στην αγαπημένη του ομάδα.

Ο Γιάννης Ζαραδούκας δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ τα χρόνια στον Βόλο.

Ο ανταγωνισμός, όπως εξηγεί, ήταν τεράστιος. Χαρακτηριστικό είναι πως στην ίδια θέση, έπρεπε να παλέψει μαζί με τον Χολέμπας και τον Μαρκάνο. Η όλη αντιμετώπιση από τον σύλλογο, όμως, ήταν μοναδική. «Σε αυτές τις ομάδες σε σέβονται από την πρώτη μέρα που μπαίνεις στο προπονητικό κέντρο μέχρι τη τελευταία. Υπάρχει κόσμος που δουλεύει για σένα. Δεν είναι λίγο πράγμα».

Παράλληλα με τη μεταγραφή στον Ολυμπιακό, άρχισε και η πορεία του στην Εθνική Ελλάδος. Ο άνθρωπος, στον οποίο τα οφείλει όλα, είναι ο Φερνάντο Σάντος. «Με κάλεσε όταν ακόμη έπαιζα στον Ολυμπιακό Βόλου. Και με έβαλε να παίξω κατευθειαν στα δύσκολα. Σε ένα εκτός έδρας ματς με το Ισραήλ που θέλαμε μόνο νίκη για την πρόκριση στα τελικά. Είχε πολύ διαφορετική φιλοσοφία. Και αυτό φάνηκε αργότερα και στην Πορτογαλία».

Το μεγάλο παράδοξο, όμως, ήταν το εξής: ενώ έπαιζε βασικός στην Εθνική Ελλάδος, έκανε πολύ λίγες συμμετοχές με τη φανέλα του Ολυμπιακού. Αυτό ήταν και το μεγάλο παράπονο του Πορτογάλου ομοσπονδιακού τεχνικού, ο οποίος του ζήτησε να φύγει δανεικός προκειμένου να πάρει παιχνίδια. Μόνο έτσι, όπως αποκαλύπτει σήμερα ο Γιάννης Ζαραδούκας, θα μπορούσε να τον υπολογίζει για τα τελικά του Euro στα γήπεδα της Πολωνίας και της Ουκρανίας το 2012.

Μόνο που η κίνηση αυτή αποδείχθηκε τελικά μοιραία. Τον Δεκέμβριο του 2011, ο ποδοσφαιριστής μετακόμισε στα Γιάννενα για λογαριασμό του ΠΑΣ. Κι ενώ τα πήγαινε εξαιρετικά καλά, μια ρήξη χιαστών στο αριστερό του γόνατο σε ένα ματς με τον Πανιώνιο στη Νέα Σμύρνη, του έκοψε απότομα τα φτερά. Πια το όνειρο της συμμετοχής στην πρώτη του μεγάλη διοργάνωση με την εθνική είχε χαθεί ολοκληρωτικά.

Το σοκ ήταν τεράστιο. «Μου έκανε μεγάλη ζημιά στη ψυχολογία μου αυτός ο τραυματισμός. Για έναν ποδοσφαιριστή είναι πολύ δύσκολο να ανακάμψει ύστερα από κάτι τέτοιο». Ο Γιάννης Ζαραδούκας μάζεψε τα κομμάτια του και μπήκε ξανά σε αγωνιστική δράση. Λίγα χρόνια, αργότερα, όμως, το έπαθε ξανά.

«Όλοι γνωρίζουμε πως αυτοί οι τραυματισμοί δεν έχουν γυρισμό. Κι ενώ ήμουν πολύ καλά, έπαθα μια υποτροπή που με κράτησε εκτός για άλλους έξι μήνες». Από το σημείο εκείνο και έπειτα ξεκίνησε ένα ταξίδι σε αρκετές ομάδες της Super League. Όλα τους διήρκεσαν από έξι μήνες ως ένα χρόνο.

image

Υπήρχαν παιδιά που έπαιρναν 300 και 400 ευρώ. Δεν μπορούσαν να καλύψουν ούτε τα προς το ζην»

Ο λόγος για τον οποίο συνέβη αυτό, έχει να κάνει ξεκάθαρα με όλα όσα έβλεπε να συμβαίνουν μπροστά του. Και για τα οποία, όπως σημειώνει, «δεν μπορούσε να κρατά κλειστό το στόμα του».

«Αυτή ήταν η αιτία που έπαιξα σε τόσες ομάδες. Γιατί δεν άντεχα να βλέπω όλα αυτά τα πράγματα. Λόγω της εμπειρίας μου, υπήρχαν κάποια θέματα με τα οποία δεν μπορούσα να συμβιβαστώ. Και οικονομικά και σεβασμού. Μόλις έβλεπα πως κάτι δεν πάει καλά, λοιπόν, μιλούσα, γινόμουν ο κακός της υπόθεσης, χαλούσα τις σχέσεις μου με τους προέδρους και έφευγα» προσθέτει.

Όπως αποκαλύπτει, υπήρχαν αρκετές φορές που έβλεπε συμπαίκτες του να παλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί και στην τελική να μην παίρνουν ούτε αυτό. «Το συνάντησα σχεδόν παντού αυτό. Και δεν μιλάμε για μεγάλα συμβόλαια. Υπήρχαν παιδιά που έπαιρναν 300 και 400 ευρώ. Δεν μπορούσαν να καλύψουν ούτε τα προς το ζην. Στον Άρη, που είχα πάει δανεικός για έξι μήνες μαζί με τον Ανδρέα Τάτο, βάλαμε και οι δύο πλάτη προκειμένου μερικά παιδιά να πάρουν μερικά χρήματα γιατί αλλιώς δεν θα είχαν να ζήσουν» αποκαλύπτει.

Ο Γιάννης Ζαραδούκας με τη φανέλα του Άρη.

Το 2017 τελικά αποφάσισε να τερματίσει την επαγγελματική του καριέρα. Απ’ όλες τις πόλεις που έχει περάσει -και οι οποίες είναι πολλές- έχει να θυμάται κάτι καλό. Η μόνη με την οποία δεν κατάφερε να δεθεί ποτέ ήταν η Τρίπολη. «Οι άνθρωποι της ομάδας ήταν πολύ καλοί. Το ίδιο και οι εγκαταστάσεις. Δεν ξέρω, δεν κατάφερα να κολλήσω ποτέ».

Τώρα πια έχει βρει την Ιθάκη του στη Γλυφάδα και πια απολαμβάνει τις στιγμές ηρεμίας μαζί με τη σύζυγό του και τα δύο του παιδιά: τον Μάξιμο, που «προορίζεται να γίνει μεγάλος παίκτης» και την Αμαρυλλίδα, η οποία δεν δέθηκε ποτέ με το ποδόσφαιρο.

Παράλληλα, είναι ο υπεύθυνος της ακαδημίας του Ολυμπιακού Βάρης, ενώ κατεβαίνει υποψήφιος και στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές, στο πλευρό του νυν δημάρχου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, Γρηγόρη Κωνσταντέλλου.

«Ο κ. Κωνσταντέλλος έχει κάνει φοβερή δουλειά στα 3Β και ήθελα εδώ και καιρό να συνεργαστώ μαζί του. Θεωρώ πως μπορώ να βοηθήσω στο κομμάτι του αθλητισμού και όχι μόνο. Έχω τρέλα με τα παιδιά. Είναι το μέλλον μας και πρέπει να δώσουμε βάση σε αυτά» καταλήγει.

Η ζωή στα νότια προάστια τον ικανοποιεί. Ούτε ταξίδια, ούτε αλλαγή πόλης ανά έξι μήνες, ούτε τίποτα. Στους δρόμους συναντά σχεδόν καθημερινά αρκετούς ποδοσφαιριστές μεγάλων αθηναϊκών ομάδων. Κάθε χρόνο, όμως, αλλάζουν. Άλλοι έρχονται, άλλοι φεύγουν. Έχει καταλάβει πια ο ίδιος, κι από την καλή και από την ανάποδη, πως τίποτα δεν είναι μόνιμο. Ούτε στο ποδόσφαιρο, ούτε στη ζωή.

@Photo credits: INTIME, Άκης Κατσούδας