Περού: Ο 57χρονος βοσκός που ζει στα 4.200 μέτρα με 380 αλπάκες – «Αυξάνονται η ψώρα, οι ψείρες και τα ακάρεα»

Επιμέλεια:  Κωνσταντίνα Βεργώνη
Περού: Ο 57χρονος βοσκός που ζει στα 4.200 μέτρα με 380 αλπάκες – «Αυξάνονται η ψώρα, οι ψείρες και τα ακάρεα»
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Ο Ρουφίνο Κίκο εκτρέφει 380 αλπάκες στις Άνδεις του Περού, σε υψόμετρο περίπου 4.267 μέτρων. Η κλιματική αλλαγή, οι απρόβλεπτες βροχοπτώσεις και η υποχώρηση των παγετώνων απειλούν τα κοπάδια και το μέλλον των τοπικών κοινοτήτων.

Σε υψόμετρο περίπου 4.200 μέτρων, στις περουβιανές Άνδεις, ο Ρουφίνο Κίκο προσπαθεί να διατηρήσει μια οικογενειακή παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά. Ο 57χρονος κτηνοτρόφος από τον οικισμό Λαγουνίγιας, στην περιοχή Πούνο, εκτρέφει περίπου 380 αλπάκες, όμως οι περιβαλλοντικές αλλαγές δυσκολεύουν ολοένα περισσότερο την επιβίωση των ζώων και των ανθρώπων που εξαρτώνται από αυτά.

Οι βροχές που παραδοσιακά έφταναν τον Νοέμβριο και έκαναν τα ορεινά βοσκοτόπια να πρασινίζουν έχουν γίνει απρόβλεπτες. Το αποτέλεσμα είναι να στεγνώνει η βλάστηση, να περιορίζεται η διαθέσιμη τροφή και να δοκιμάζονται οι αντοχές των κοπαδιών. «Τα βοσκοτόπια μας θα έπρεπε να έχουν πρασινίσει, αλλά κοιτάξτε τα. Είναι κίτρινα και μετά βίας χρησιμεύουν για να ταΐσουμε το κοπάδι», είχε δηλώσει ο Κίκο στο National Geographic, περιγράφοντας την αλλαγή που παρατηρεί στον τόπο του.

Μια παράδοση 6.000 ετών απειλείται

Η Λαγουνίγιας βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 4.267 μέτρων και φιλοξενεί 56 οικογένειες που ασχολούνται με την εκτροφή αλπακών. Για τους κατοίκους, η δραστηριότητα αυτή δεν αποτελεί απλώς μια επαγγελματική επιλογή, αλλά βασικό κομμάτι της καθημερινότητας και της οικονομικής τους επιβίωσης. Ο Κίκο, του οποίου η οικογένεια εκτρέφει αλπάκες εδώ και γενιές, δεν είναι βέβαιος ότι τα παιδιά του θα μπορέσουν να συνεχίσουν την παράδοση. Ανησυχεί επίσης για το μέλλον ολόκληρου του οικισμού, καθώς η επιδείνωση των περιβαλλοντικών συνθηκών μπορεί να καταστήσει όλο και δυσκολότερη την παραμονή των κατοίκων στην περιοχή.

Οι αλπάκες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στο κρύο και στις απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας. Οι ψυχρές εισβολές μπορούν να προκαλέσουν ασθένειες και να αυξήσουν τη θνησιμότητα των νεογέννητων ζώων, τα οποία γεννιούνται κατά τους πρώτους μήνες του έτους, στη διάρκεια της περιόδου των βροχών. Ωστόσο, η απειλή δεν περιορίζεται στις καιρικές συνθήκες. Σε ρεπορτάζ του National Geographic που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2022, ειδικοί επισήμαιναν ότι η κλιματική αλλαγή συνδέεται και με την εμφάνιση παρασίτων σε μεγαλύτερα υψόμετρα.

 

«Το κλίμα είναι ασταθές και αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα. Εκτός από τα διατροφικά προβλήματα που προκαλούνται από την υποβάθμιση των βοσκοτόπων, αντιμετωπίζουμε και προβλήματα με παράσιτα λόγω της κλιματικής αλλαγής. Βλέπουμε αύξηση της ψώρας, των ψειρών και των ακάρεων σε υψόμετρα όπου προηγουμένως δεν υπήρχαν», είχε αναφέρει ο Όσκαρ Καρδένας, υπεύθυνος για τα προγράμματα αλπακών στο Εθνικό Ινστιτούτο Αγροτικής Καινοτομίας του Περού (INIA).

Η υποχώρηση των παγετώνων αλλάζει το τοπίο

Σημαντική απειλή αποτελεί και η υποχώρηση των παγετώνων των Άνδεων. Το νερό από το λιώσιμο των πάγων συμβάλλει στη διατήρηση των ρεμάτων, των υγροτόπων και των ορεινών βοσκοτόπων κατά την ξηρή περίοδο, η οποία διαρκεί περίπου από τον Απρίλιο έως τον Νοέμβριο. Όταν μειώνεται η παροχή νερού, οι περιοχές με την πλουσιότερη βλάστηση δυσκολεύονται να συντηρήσουν τα κοπάδια. Σύμφωνα με στοιχεία που παρέθετε το National Geographic, η έκταση των παγετώνων στο Περού μειώθηκε από περίπου 2.398 τετραγωνικά χιλιόμετρα το 1962 σε 1.114 τετραγωνικά χιλιόμετρα το 2016, δηλαδή κατά 53% μέσα σε 54 χρόνια.

Η αλλαγή αυτή επηρεάζει άμεσα τις κοινότητες που εξαρτώνται από την κτηνοτροφία. Όπως εξηγούσε ο Καρδένας στο ίδιο ρεπορτάζ, ένα εκτάριο με πυκνή βλάστηση υγροτόπου μπορεί να συντηρήσει έως και 25 αλπάκες, ενώ ένα εκτάριο συνηθισμένου βοσκότοπου αρκεί για τη βοσκή ενός μόνο ζώου. Η απώλεια αυτών των εκτάσεων σημαίνει λιγότερη τροφή για τα κοπάδια και μεγαλύτερη πίεση στους κτηνοτρόφους, οι οποίοι καλούνται να προσαρμόσουν τις πρακτικές τους σε ένα ολοένα πιο ασταθές περιβάλλον.

Οι αλπάκες και η οικονομία του Περού

Το Περού φιλοξενεί περίπου τέσσερα εκατομμύρια αλπάκες, αριθμός που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού τους, σύμφωνα με το INIA. Τα ζώα εξημερώθηκαν στις Άνδεις πριν από τουλάχιστον 6.000 χρόνια και αποτελούν βασικό στοιχείο της τοπικής οικονομίας και παράδοσης. Η ίνα τους χρησιμοποιείται για την παραγωγή ρούχων, κουβερτών και άλλων υφαντουργικών προϊόντων. Η ποιότητα και η υφή της επηρεάζουν την εμπορική της αξία, ενώ η μεταβολή των συνθηκών εκτροφής μπορεί να επηρεάσει και το τρίχωμα των ζώων.

Οι αγέλες αλπακών στο Περού παράγουν περίπου 7.600 τόνους ίνας ετησίως, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθετε το National Geographic. Η χώρα είχε αποκομίσει περίπου 121 εκατομμύρια δολάρια από τις εξαγωγές προϊόντων αλπάκας κατά τους πρώτους επτά μήνες του 2021, με σημαντικές αγορές την Κίνα, την Ιταλία και τις ΗΠΑ. Η οικονομική σημασία της δραστηριότητας είναι μεγάλη για τις οικογένειες των ορεινών περιοχών, πολλές από τις οποίες εξαρτώνται από την εκτροφή των ζώων και την πώληση της ίνας τους.

Οι λύσεις που δοκιμάζουν επιστήμονες και κτηνοτρόφοι

Ερευνητές, κτηνοτρόφοι και τοπικές οργανώσεις αναζητούν τρόπους να διατηρήσουν την εκτροφή των αλπακών και να βοηθήσουν τις κοινότητες να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Στο ερευνητικό κέντρο Κιμσατσάτα, στην περιοχή Πούνο, το INIA εργάζεται σε πρόγραμμα γενετικής με περίπου 3.200 ζώα. Στόχος είναι η διατήρηση της γενετικής ποικιλότητας των αλπακών, ιδιαίτερα εκείνων με διαφορετικούς χρωματισμούς, αλλά και η μελέτη τρόπων προσαρμογής τους σε υψηλότερες θερμοκρασίες.

Παράλληλα, εφαρμόζονται πρακτικές λύσεις για την προστασία των κοπαδιών. Μεταξύ αυτών είναι η κατασκευή στεγασμένων χώρων που προφυλάσσουν τα ζώα από το κρύο και τον παγετό, καθώς και η καλλιέργεια πιο ανθεκτικών κτηνοτροφικών φυτών, όπως το τριφύλλι, ώστε να συμπληρώνεται η διατροφή τους όταν τα φυσικά βοσκοτόπια δεν επαρκούν.

Το 2020, το υπουργείο Γεωργίας του Περού είχε ξεκινήσει τριετές πρόγραμμα για την εγκατάσταση 2.300 στεγασμένων χώρων για ζώα σε κοινότητες των Άνδεων. Ορισμένες οικογένειες μετακινούν επίσης τα κοπάδια τους σε διαφορετικά υψόμετρα, αναζητώντας διαθέσιμη βλάστηση, ενώ άλλες ανοίγουν πηγάδια ή δημιουργούν μικρές δεξαμενές για τη συλλογή νερού. Στη Λαγουνίγιας, οι κάτοικοι άρχισαν να περιφράζουν εκτάσεις ώστε να ελέγχουν καλύτερα τη βοσκή και να δίνουν χρόνο στα λιβάδια να ανακάμψουν. Για τον Ρουφίνο Κίκο και τις οικογένειες της περιοχής, η προσαρμογή δεν είναι απλώς ένα επιστημονικό ζήτημα. Συνδέεται με το αν θα μπορέσουν να συνεχίσουν να ζουν στον τόπο τους και να διατηρήσουν μια παράδοση που κρατά χιλιάδες χρόνια.

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ