Μεσαίωνας: Η γυναίκα που κατήγγειλε σεξουαλική επίθεση το 1472 και διεκδίκησε δικαιοσύνη – Η ιστορία που ανατρέπει τα στερεότυπα
- Το υπόβαθρό της
- Η νύχτα της 3ης Ιανουαρίου 1472
- Η καταγγελία που κινητοποίησε τις αρχές
- Όταν η έρευνα στράφηκε στην ίδια τη Ζαν
- Η προσωπική της ζωή δεν ακύρωσε την καταγγελία
- Τι γνωρίζουμε για τη ζωή της μετά την επίθεση
- Μια ιστορία που ανατρέπει τα στερεότυπα για τον Μεσαίωνα
Η εικόνα που έχουμε για τη ζωή των γυναικών στον Μεσαίωνα είναι συχνά συνδεδεμένη με την κοινωνική καταπίεση, την αδυναμία υπεράσπισης των δικαιωμάτων τους και τη διαπόμπευση όσων έπεφταν θύματα σεξουαλικής βίας. Μια υπόθεση, όμως, από τη Γαλλία του 15ου αιώνα έρχεται να περιπλέξει αυτή την εικόνα.
Τον χειμώνα του 1472, η Ζαν (Jehanne), μια γυναίκα περίπου 32 ετών που ζούσε στη Ντιζόν, δέχθηκε βίαιη επίθεση ενώ ήταν έγκυος. Αντί να παραμείνει σιωπηλή, απευθύνθηκε στις δημοτικές αρχές και περιέγραψε όσα είχε υποστεί. Η καταγγελία της οδήγησε σε έρευνα, ανακρίσεις και ομολογίες, αλλά και σε μια σύγκρουση ανάμεσα στις τοπικές αρχές και την εξουσία του δούκα της Βουργουνδίας. Η ιστορία της ανασυντίθεται μέσα από έγγραφα ηλικίας περίπου 600 ετών και αποτελεί το αντικείμενο του βιβλίου Justice for Jehanne: The Tale of a Medieval Survivor, της ιστορικού Sara McDougall. Η έρευνά της φωτίζει όχι μόνο τη βία που αντιμετώπισε η Ζαν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια γυναίκα, η προσωπική ζωή της οποίας απείχε από τα πρότυπα της εποχής, διεκδίκησε να ακουστεί.
Το υπόβαθρό της
Η Ζαν είχε γεννηθεί σε φτωχή οικογένεια στη Λωρραίνη, στη βορειοανατολική Γαλλία, και είχε ταξιδέψει μέχρι τη Ντιζόν. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, ήταν παντρεμένη με έναν άνδρα ονόματι Ζαν ντε Ρελάνζ (Jehan of Relanges). Η εμφάνισή της είχε ιδιαίτερη σημασία στην κοινωνία της εποχής. Τα ρούχα αποτελούσαν βασικό δείκτη κοινωνικής θέσης και η Ζαν φορούσε κομψά ενδύματα, ενώ κάλυπτε τα ξανθά μαλλιά της με μια μακριά κουκούλα, όπως άρμοζε σε μια γυναίκα που ήθελε να παρουσιάζεται ως αξιοσέβαστη σύζυγος. Η ζωή στη Ντιζόν, ωστόσο, μόνο ασφαλής δεν ήταν.
Η περιοχή βρισκόταν στη δίνη της σύγκρουσης ανάμεσα στον Κάρολο τον Τολμηρό, δούκα της Βουργουνδίας, και τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΑ΄. Καθώς υπήρχε ο φόβος εισβολής, ο δούκας είχε τοποθετήσει μισθοφόρους γύρω από τα τείχη της πόλης. Οι άνδρες αυτοί, όμως, δεν αποτελούσαν απλώς μια δύναμη προστασίας. Όπως εξηγεί η McDougall, οι δημοτικές αρχές αντιμετώπιζαν επανειλημμένα περιστατικά στα οποία άνδρες κυκλοφορούσαν τη νύχτα αναζητώντας ανθρώπους για να εκβιάσουν, να κακοποιήσουν, να απαγάγουν ή να κρατήσουν για λύτρα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον σημειώθηκε η επίθεση που θα άλλαζε τη ζωή της Ζαν.

Η νύχτα της 3ης Ιανουαρίου 1472
Το βράδυ της 3ης Ιανουαρίου 1472, η Ζαν βρισκόταν στο σπίτι της γυναίκας που τη φιλοξενούσε, όταν ένας δυνατός χτύπος ακούστηκε στην εξώπορτα. Οι δύο γυναίκες βρέθηκαν αντιμέτωπες με δύο άνδρες από την περιοχή, οι οποίοι απαίτησαν να τους ακολουθήσουν. Όταν εκείνες αρνήθηκαν, ένας από τους άνδρες έφυγε για ένα κοντινό πανδοχείο, προκειμένου να συγκεντρώσει μισθοφόρους του δούκα. Σύμφωνα με την κατάθεση της Ζαν, οι άνδρες την άρπαξαν και την οδήγησαν σε ένα κοντινό χωράφι.
Εκεί την κακοποίησαν και επιχείρησαν και τη σεξουαλική επαφή. Το γεγονός ότι ήταν έγκυος δεν τους σταμάτησε. Αντίθετα, φέρεται να την προσέβαλαν, ισχυριζόμενοι ότι είχαν ακούσει πως το αγέννητο παιδί της ήταν του καρπού μιας σχέσης με ιερέα και, επομένως, ήταν παράνομο. Η Ζαν περιέγραψε ότι οι άνδρες επιχείρησαν να συνευρεθούν μαζί της, ενώ εκείνη πάλευε μέσα στο χιόνι. Την ξυλοκόπησαν και την έριξαν μπρούμυτα, προκαλώντας της έντονο φόβο για την υγεία του αγέννητου παιδιού της. Η προχωρημένη εγκυμοσύνη της και η σθεναρή αντίστασή της εμπόδισαν τελικά την ολοκλήρωση της σεξουαλικής επίθεσης. Αυτό που ακολούθησε έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της υπόθεσης: η Ζαν δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως μια γυναίκα που όφειλε να σιωπήσει για όσα είχε υποστεί.
Η καταγγελία που κινητοποίησε τις αρχές
Όταν ο Ζακ Μπορεστέλ (Jaques Borestel), ερευνητής που εργαζόταν για λογαριασμό των δημοτικών αρχών, πληροφορήθηκε την απαγωγή και την επίθεση εναντίον μιας εγκύου, ξεκίνησε αμέσως να συγκεντρώνει στοιχεία για το θύμα και τους υπόπτους. Η πρώτη συνάντησή του με τη Ζαν έγινε την επομένη της επίθεσης. Τη βρήκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι, καταβεβλημένη από όσα είχαν συμβεί και φοβισμένη για το παιδί της. Παρ' όλα αυτά, εκείνη περιέγραψε την επίθεση και έδωσε όσες πληροφορίες μπορούσε να θυμηθεί για τους άνδρες που της είχαν επιτεθεί. Η απόφασή της να καταγγείλει όσα είχαν συμβεί δεν ήταν αυτονόητη. Παρότι η προβλεπόμενη ποινή για την απαγωγή και την επίθεση ήταν ο θάνατος, πολλά εγκλήματα δεν έφταναν ποτέ σε δίωξη. Η Ζαν, επομένως, δεν είχε καμία εγγύηση ότι θα δικαιωνόταν. Ωστόσο, οι πληροφορίες της αποδείχθηκαν αρκετές για να εντοπιστούν γρήγορα οι περισσότεροι από τους υπόπτους.
Οι άνδρες αρνήθηκαν αρχικά ότι είχαν επιτεθεί στη γυναίκα. Ο Μπορεστέλ οργάνωσε συνάντηση κατά την οποία η Ζαν βρέθηκε απέναντί τους και επανέλαβε την καταγγελία της. Καθώς εκείνοι εξακολουθούσαν να αρνούνται, οι δημοτικές αρχές επέτρεψαν τη χρήση έκτακτων ανακριτικών μεθόδων. Ένας από τους υπόπτους υποβλήθηκε σε βασανιστήρια με μέθοδο που, σύμφωνα με την ιστορική έρευνα, έμοιαζε με το σημερινό waterboarding, δηλαδή την πρόκληση αίσθησης πνιγμού με νερό και τελικά, όλοι ομολόγησαν. Οι αρχές αποφάσισαν ότι η προβλεπόμενη τιμωρία ήταν ο θάνατος. Υπήρχε, όμως, ένα σοβαρό εμπόδιο: οι μισθοφόροι υπάγονταν στην εξουσία του δούκα και όχι αποκλειστικά στη δημοτική διοίκηση.

Όταν η έρευνα στράφηκε στην ίδια τη Ζαν
Οι δημοτικές αρχές ήθελαν να τιμωρήσουν τους δράστες, αλλά η υπόθεση εξελίχθηκε σε σύγκρουση εξουσίας. Οι εκπρόσωποι του δούκα πρότειναν να αφεθούν ελεύθεροι οι άνδρες, παρά τις ομολογίες τους. Η πόλη προσπάθησε να καθυστερήσει την απόφαση και ανέθεσε στον Μπορεστέλ μια νέα έρευνα. Αυτή τη φορά, όμως, στο επίκεντρο δεν βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι, αλλά η ίδια η που είχε καταγγείλει την επίθεση. Ο ερευνητής κλήθηκε να διαπιστώσει εάν η Ζαν ήταν μια «preudefemme», δηλαδή μια αξιοσέβαστη, παντρεμένη γυναίκα, ή μια γυναίκα που δεν ανταποκρινόταν στα κοινωνικά και ηθικά πρότυπα της εποχής. Ο Μπορεστέλ μίλησε με γείτονες και ανθρώπους που τη γνώριζαν. Αρκετοί τη θεωρούσαν αξιοπρεπή γυναίκα και δεν την κατηγορούσαν για την επίθεση που είχε υποστεί. Σταδιακά, όμως, προέκυψαν πληροφορίες που δεν ταίριαζαν με την αρχική περιγραφή της προσωπικής της ζωής.
Μια γειτόνισσα αποκάλυψε ότι η Ζαν είχε γεννήσει ένα ακόμη παιδί, περίπου δύο χρόνια νωρίτερα, σε ένα κοντινό μοναστήρι. Πατέρας του παιδιού θεωρούνταν ένας ιερέας με τον οποίο φερόταν να μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο. Παράλληλα, φάνηκε ότι δεν είχε δει τον σύζυγό της εδώ και αρκετά χρόνια. Όταν ο Μπορεστέλ την αντιμετώπισε με τα νέα στοιχεία, η Ζαν παραδέχθηκε ότι είχε πει ορισμένα ψέματα. Εξήγησε ότι ο σύζυγός της την είχε εγκαταλείψει για να πολεμήσει και ότι στη συνέχεια διατηρούσε σχέση με έναν ιερέα, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Αυτές οι αποκαλύψεις, ωστόσο, δεν σήμαιναν ότι είχε επινοήσει την επίθεση ούτε ότι οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονταν από τις ευθύνες τους. Η ίδια, όπως καταγράφηκε στην έρευνα, υπερασπίστηκε τις επιλογές της με μια φράση που αποτυπώνει τις δύσκολες συνθήκες της ζωής της: «Ήταν καλύτερο να είναι ελεύθερη με το σώμα της για να βγάζει τα προς το ζην, παρά να καταφύγει στην κλοπή ανθρώπων».
Η προσωπική της ζωή δεν ακύρωσε την καταγγελία
Η υπόθεση της Ζαν αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η έρευνα δεν σταμάτησε όταν αποκαλύφθηκε ότι η ζωή της δεν συμβάδιζε με την εικόνα της «ενάρετης συζύγου». Στην κοινωνία της εποχής, η σεξουαλική ηθική ήταν πολύ πιο σύνθετη από ό,τι υποδηλώνουν οι επίσημες απαγορεύσεις. Οι προγαμιαίες σχέσεις καταδικάζονταν θεωρητικά, αλλά ήταν συχνές. Οι ιερείς όφειλαν να απέχουν από τις σεξουαλικές σχέσεις, ωστόσο αρκετοί διατηρούσαν ερωμένες και αποκτούσαν παιδιά. Ακόμη και η πορνεία, παρά την ηθική καταδίκη της, γινόταν σε πολλές περιπτώσεις ανεκτή. Η Ζαν δεν ήταν, λοιπόν, η γυναίκα που είχε αρχικά παρουσιάσει στους ερευνητές. Αυτό, όμως, δεν ακύρωσε την επίθεση που δέχθηκε.
Οι αρμόδιοι αποφάσισαν να συνεχίσουν να επιδιώκουν την τιμωρία των μισθοφόρων, παρά τις πληροφορίες για τη σχέση της με τον ιερέα και τα παιδιά τους. Το κρίσιμο ζήτημα παρέμενε η επίθεση που είχε καταγγείλει. Τελικά, όμως, οι άνδρες δεν οδηγήθηκαν στην τιμωρία που είχαν αποφασίσει οι δημοτικές αρχές. Οι εκπρόσωποι του δούκα ισχυρίστηκαν ότι ανήκαν στον κλήρο και, επομένως, έπρεπε να υπάγονται στην εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Ο ισχυρισμός ήταν παράδοξος, καθώς οι κληρικοί απαγορευόταν να φέρουν όπλα, αλλά οι τοπικές αρχές βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Έπειτα από περίπου δύο μήνες κράτησης, οι άνδρες αφέθηκαν ελεύθεροι. Η Ζαν δεν κατάφερε, επομένως, να εξασφαλίσει την τιμωρία των δραστών που ζητούσαν οι δημοτικές αρχές. Παρ' όλα αυτά, η καταγγελία της εξετάστηκε, οι κατηγορούμενοι ανακρίθηκαν και η προσωπική της ζωή δεν χρησιμοποιήθηκε τελικά ως λόγος για να ακυρωθεί η υπόθεσή της.
Τι γνωρίζουμε για τη ζωή της μετά την επίθεση
Η συνέχεια της ιστορίας της Ζαν παραμένει άγνωστη. Τα ιστορικά αρχεία δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί με βεβαιότητα τι απέγινε μετά την υπόθεση. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, είχε δεχθεί απειλές από ανθρώπους που υπερασπίζονταν τους μισθοφόρους. Γείτονες και γνωστοί τη βοήθησαν να βρει μέρη για να κρυφτεί, ενώ αργότερα κατέληξε σε ένα νοσοκομείο, όπου εργαζόταν. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να κατέφυγε αργότερα στην πορνεία, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Η ιστορικός επισημαίνει ότι τα διαθέσιμα αρχεία είναι αποσπασματικά και δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα.
Αυτό που παραμένει, ωστόσο, είναι η εικόνα μιας γυναίκας που επέμεινε να υπερασπιστεί τον εαυτό της, ακόμη και όταν η εξουσία και οι κοινωνικές συνθήκες δεν της εξασφάλιζαν δικαίωση. Η McDougall δηλώνει ότι αισθάνεται μεγάλο θαυμασμό για τη Ζαν, καθώς εντυπωσιάζεται από το γεγονός ότι συνέχισε να διεκδικεί τα δικαιώματά της, έχοντας επίγνωση ότι μπορούσε να κάνει επιλογές για τη ζωή της.
Μια ιστορία που ανατρέπει τα στερεότυπα για τον Μεσαίωνα
Η υπόθεση της Ζαν δεν αποδεικνύει ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα απολάμβαναν ισότητα ή ότι τα θύματα σεξουαλικής βίας αντιμετωπίζονταν πάντοτε με σεβασμό. Η ζωή των γυναικών παρέμενε εξαιρετικά δύσκολη και δεν υπάρχει λόγος να θεωρήσουμε ότι όλες οι αντίστοιχες περιπτώσεις είχαν παρόμοια έκβαση. Αυτό που αναδεικνύει η συγκεκριμένη έρευνα, σύμφωνα με το BBC, είναι ότι η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη από μια γενικευμένη εικόνα καθολικής απόρριψης και κοινωνικού αποκλεισμού των επιζωσών. «Οι γυναίκες μπορούσαν να κάνουν καταγγελίες. Δεν χρειαζόταν να θυμούνται τα πάντα με απόλυτη ακρίβεια ούτε να είναι τέλειες παρθένες», σημειώνει η McDougall, συνοψίζοντας τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την υπόθεση.
Η Ζαν βρήκε ανθρώπους πρόθυμους να τη βοηθήσουν, κατήγγειλε την επίθεση και αντιμετωπίστηκε ως πρόσωπο του οποίου η μαρτυρία άξιζε να διερευνηθεί. Παρά το γεγονός ότι οι δράστες αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι, η δική της υπόθεση δεν απορρίφθηκε επειδή η προσωπική της ζωή δεν ανταποκρινόταν στα κοινωνικά πρότυπα. Περισσότερο από έξι αιώνες αργότερα, η μαρτυρία της εξακολουθεί να έχει αξία: όχι επειδή προσφέρει μια εξιδανικευμένη εικόνα του Μεσαίωνα, αλλά επειδή υπενθυμίζει ότι ακόμη και σε κοινωνίες με βαθιές ανισότητες, οι γυναίκες μπορούσαν να διεκδικήσουν φωνή, υποστήριξη και δικαιοσύνη. Και χάρη σε λίγες δεκάδες σελίδες παλιών δικαστικών εγγράφων, η ιστορία μιας γυναίκας που διαφορετικά θα είχε χαθεί στη λήθη παραμένει σήμερα ζωντανή.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΗ:
- Διαστημική κάψουλα της NASA βυθίστηκε: 38 χρόνια μετά βρέθηκε και ανασύρθηκε από τον πάτο του Ατλαντικού
- Χιλή: Το πείραμα με τους σολομούς που ξέφυγε από τον έλεγχο το 1970 και έφτασε μέχρι την Αργεντινή
- Η ζωή της Ράντου πίσω από τα sold out στο θέατρο: Το κίτρινο φωτάκι στο Εθνικό, η επιτυχία του «Κωνσταντίνου & Ελένης» και ο γάμος με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου